Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΝΑΣΤΑΣΗΣ ΒΙΣΤΩΝΙΤΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΝΑΣΤΑΣΗΣ ΒΙΣΤΩΝΙΤΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή, 16 Μαρτίου 2018

Η κατάρα και η δόξα τού Πόου

γράφει ο Αναστάσης Βιστωνίτης


Ο ποιητής του Κορακιού, πρόδρομος του αστυνομικού μυθιστορήματος και της λογοτεχνίας επιστημονικής φαντασίας, παραμένει ένας από τους δημοφιλέστερους συγγραφείς παγκοσμίως, διακόσια χρόνια από τη γέννησή του


Το 1827, όταν ήταν μόλις 18 ετών, ο Ε. Α. Πόου τύπωσε στη Βοστώνη την πρώτη του ποιητική συλλογήΤαμερλάνος και άλλα ποιήματα. Στο εξώφυλλο του μικρού αυτού βιβλίου των 50 σελίδων εφέρετο ως συγγραφέας «ένας Βοστωνέζος». Την Παρασκευή 4 Δεκεμβρίου ένα αντίτυπο της συλλογής αυτής βγήκε σε δημοπρασία στις ΗΠΑ από τον οίκο Christie΄s και πουλήθηκε για 662.000 δολάρια. (ΟΤαμερλάνοςέχει μεταφραστεί στη γλώσσα μας από τον Τ. Κ. Παπατσώνη.)

Ο Πόου πέθανε 40 ετών, στις 7 Οκτωβρίου 1849, στο Νοσοκομείο Washington College. Τέσσερις ημέρες νωρίτερα τον είχαν βρει πεσμένο σε δρόμο της Βαλτιμόρης να παραληρεί. Ηταν τύφλα στο μεθύσι και φορούσε δανεικά ρούχα. Τα χρήματα για να πιει τα είχε εξασφαλίσει πουλώντας την ψήφο του. Λέγεται ότι στο νοσοκομείο μέσα στο παραλήρημά του καλούσε τον Ρέινολντς, έναν από τους ήρωές του, να έλθει και να του σώσει τη ζωή.

Η συμπλήρωση 200 χρόνων από τη γέννησή του φέρνει ξανά στο προσκήνιο τα περιστατικά της τραγικής ζωής ενός ανθρώπου που έζησε μέσα στη φτώχεια και στον αλκοολισμό και που μετά τον θάνατό του ο θανάσιμος εχθρός του Ρούφους Γουίλμοτ Γκρίσγουολντ κατάφερε να γίνει ο εκδότης των έργων του και να τον δυσφημήσει μετά θάνατον σε απίστευτο βαθμό, χαρακτηρίζοντάς τον «μεθύστακα» και «παράφρονα τοξικομανή». Η «κατάρα» του Γκρίσγουολντ κυνηγά ακόμη και σήμερα το φάντασμα του συγγραφέα. Ακόμη και σπουδαίοι αγγλόφωνοι συγγραφείς αμφισβήτησαν την ιδιοφυΐα και την αξία του, από τον Εμερσον και τον Μαρκ Τουέιν ως τον Χάξλεϊ, τον Πάουντ και τον Τ. Σ. Ελιοτ. Ο Γκρίσγουολντ για να στηρίξει τους ισχυρισμούς του παρέθεσε επιστολές του Πόου, οι οποίες όμως αποδείχθηκε έπειτα από χρόνια ότι ήταν πλαστές. Το στίγμα ωστόσο έμεινε. Ο Πόου παρά ταύτα, πέραν του ότι και σήμερα παραμένει στη χώρα του εξαιρετικά δημοφιλής (όπως άλλωστε και σε όλον τον κόσμο), τις μεγάλες τιμές τις γνώρισε στην Ευρώπη, στην οποία έτυχε απείρως μεγαλύτερης φήμης και αναγνώρισης, κυρίως λόγω των εξαίρετων μεταφράσεων των ποιημάτων του από τον Μποντλέρ. Και στην Ελλάδα φυσικά, όπου έχει μεταφραστεί πάμπολλες φορές. Αρκεί μόνο να θυμίσουμε ότι ο Σεφέρης έγραψε πάνω στοΚοράκιτο δικό του Raven. Ας σημειωθεί ότι για το ποίημα τούτο, ένα από τα διασημότερα στον κόσμο, ο Πόου έλαβε ως αμοιβή το ποσό των 9 δολαρίων!

Ο πρώτος επαγγελματίας συγγραφέας 
Αυτό το μαύρο πρόβατο των αμερικανικών γραμμάτων υπήρξε, εκτός από σημαντικός ποιητής και καταπληκτικός πεζογράφος, ο καλύτερος κριτικός και επιπλέον ο υπ΄ αριθμόν ένα επιμελητής της εποχής του. Ως τον θάνατό του διόρθωνε και βελτίωνε τα δικά του κείμενα, όπως αποδεικνύουν οι αναρίθμητες σημειώσεις στα περιθώρια των βιβλίων και των δημοσιευμάτων του. Τη σύγκρουσή του με τους υπερβατιστές την πλήρωσε ακριβά, αφού οι τελευταίοι ήταν εκείνοι που θα καθόριζαν την πορεία την οποία θα έπαιρναν τα αμερικανικά γράμματα. Τον τόνο θα τον έδιναν ο Γουόλτ Γουίτμαν και ο Εμερσον- και όχι ο σκοτεινός και αλλόκοτος ποιητής τουΚορακιού. Τι και αν ήταν αυτός με τον οποίο καθιερώνεται στις ΗΠΑ το διήγημα, αν με τα δικά του διηγήματα αποκτά υπόσταση η αστυνομική λογοτεχνία, αν ήταν εκείνος που καθιέρωσε τη μορφή του ντετέκτιβ και αν η λογοτεχνία επιστημονικής φαντασίας τον θεωρεί- και δικαίως- έναν από τους προδρόμους της;

Ο Πόου θα γινόταν πασίγνωστος μετά θάνατον, ενώ όσο ζούσε ακόμη και τα δημοφιλέστερα έργα του δεν του εξασφάλιζαν αρκετά χρήματα για μια αξιοπρεπή ζωή. Είχε αποφασίσει να ζήσει ως επαγγελματίας συγγραφέας- για την ακρίβεια, ήταν ο πρώτος στη χώρα του - σε μια εποχή όπου δεν υπήρχε νόμος για προστασία της πνευματικής ιδιοκτησίας και η πειρατεία ήταν συνηθέστατο φαινόμενο. Τον χαρακτήριζαν συν τοις άλλοις και άλλα «ελαττώματα», όπως το να διατυπώνει με παρρησία τη γνώμη του. Είχε λ.χ. την τόλμη να κατηγορήσει για λογοκλοπή έναν ποιητή εξαιρετικά διάσημο στην εποχή του, τον Λονγκφέλοου, και αυτό το πλήρωσε πολύ ακριβά, ασχέτως του ότι σήμερα ο ίδιος ανήκει στις λογοτεχνικές φυσιογνωμίες του 19ου αιώνα που το έργο τους ξεπέρασε την εποχή τους και τον Λονγκφέλοου δεν τον θυμάται σχεδόν κανένας.

Εμμονές με την κρυπτογραφία 
Στα παραπάνω θα πρέπει να προσθέσουμε και όλα τα γνωρίσματα του βίου και των συνηθειών που η συντηρητική και κατά βάση πουριτανική αμερικανική κοινωνία της εποχής δεν συγχωρούσε. Ηταν μπεκρής, είχε πάθος με τον τζόγο, παντρεύτηκε την ανήλικη εξαδέλφη του, παράτησε τις σπουδές του, η μητέρα του πέθανε όταν ήταν πολύ μικρός αφού πρώτα ο πατέρας του τους είχε εγκαταλείψει, τον υιοθέτησε ένας πουριτανός και αυτή την αγωγή δεν την άντεξε, με αποτέλεσμα να εγκαταλείψει το σπίτι των θετών γονέων του και να καταταγεί στον στρατό στα 18 του χρόνια δηλώνοντας ψεύτικη ηλικία (ότι είχε κλείσει τα 21). Και στην τέχνη του υπήρξε αυτοδημιούργητος. Ο Πόου δημιούργησε λογοτεχνικούς απογόνους, αλλά ο ίδιος δεν είχε αντίστοιχους προγόνους. Ηταν μόνος, όπως γράφει σε κάποιο από τα ωραιότερα ποιήματά του, ένα μετέωρο, ορφανός στην τέχνη όπως υπήρξε και στη ζωή του, ένας παραδαρμένος που άλλαζε σπίτια συνεχώς: στη Βοστώνη, στο Ρίτσμοντ, στη Βαλτιμόρη, στη Νέα Υόρκη.

Ολα τούτα ήταν υπεραρκετά για να τον καταστήσουν αποδιοπομπαίο τράγο. Αλλά σήμερα, 200 χρόνια από τη γέννησή του, θυμάται κανείς αυτά που έλεγε ο δημιουργός τού Σέρλοκ Χολμς Αρθουρ Κόναν Ντόιλ: ότι κάθε διήγημα του Πόου είναι η ρίζα από όπου έχει βλαστήσει μια ολόκληρη λογοτεχνία και ότι η αστυνομική ιστορία δεν ήταν τίποτε ώσπου ο ιδιοφυής εκείνος να της εμφυσήσει ζωή. Και βιβλία σαν τιςΠεριπέτειες του Αρθουρ Γκόρντον Πυμ από το Ναντάκετείναι από εκείνα που γράφονται κάθε εκατό χρόνια. Από το δεύτερο μέρος αυτού του εξαίσιου μυθιστορήματος βγαίνουν έναν αιώνα αργότερα ταΚυκλικά ερείπιατου Χόρχε Λουίς Μπόρχες. Τη συνέχειά του θέλησε να μας δώσει γράφοντας τηΣφίγγα των πάγων ο Ιούλιος Βερν. Ξεκινώντας από μια τρελή αλλά εξαιρετικά δημοφιλή θεωρία της εποχής κάποιου Συμς, ότι η Γη είναι κούφια στους πόλους, ο Πόου έγραψε ένα από τα εκπληκτικότερα μυθιστορήματα φαντασίας. Τα ενδιαφέροντά του για την κρυπτογραφία λοιδορήθηκαν συχνά, αλλά στο δοκίμιό τουΕureka:Α Ρrose Ρoem- και αφήνοντας κατά μέρος το γεγονός ότι είναι γεμάτο επιστημονικά λάθη- ο Πόου «προλέγει» τη θεωρία του big bang για το Σύμπαν 80 χρόνια πριν από την επιστημονική της διατύπωση. Οσο για τις εμμονές του με την κρυπτογραφία, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι εξαπλώθηκαν στις ΗΠΑ εξαιτίας των διηγημάτων του. Γι΄ αυτό και πολλοί υποστηρίζουν βάσιμα ότι ο «βασιλιάς» της κρυπτογραφίας Γουίλιαμ Φρίντμαν στράφηκε σε αυτήν διαβάζοντας μικρός διηγήματα του Πόουτο ομολογεί μάλιστα και ο ίδιος. Τις μεθόδους αποκρυπτογράφησης που χρησιμοποίησε ο Πόου άλλωστε αξιοποίησε για να αποκρυπτογραφήσει στον Β Δ Παγκόσμιο Πόλεμο τον περίφημο γιαπωνέζικο purple code.

Ενας συγγραφέας που έδινε τόσο μεγάλη σημασία στο ύφος και στη γλώσσα και ταυτοχρόνως στην πρωτοτυπία και στην ένταση του θέματος δεν ήταν δυνατόν να μην προκαλεί τον φθόνο. Το να παράγεις υψηλή και ταυτοχρόνως λαϊκή λογοτεχνία είναι από τα πλέον σπάνια στα παγκόσμια γράμματα. Ο Πόου το πέτυχε με ορθολογικές, όπως ισχυριζόταν, μεθόδους προσχεδιάζοντας και εξετάζοντας το καθετί προτού καθήσει να το γράψει. Στο περίφημο δοκίμιό τουΗ φιλοσοφία της σύνθεσηςεξηγεί ότι το «παραληρηματικό» Κοράκιτου ήταν προϊόν απόλυτου ελέγχου και σχεδιασμού και όχι παράγωγο της έμπνευσης. Στον ίδιο οφείλουμε και τον καλύτερο ως σήμερα ορισμό του διηγήματος, που το θεωρεί«απόσπασμα μυθιστορήματος το οποίο μπορεί να διαβαστεί σε δημόσια συγκέντρωση».

Γι΄ αυτό ακόμη και σήμερα είναι πάντοτε φρέσκα τα λουλούδια που αποθέτουν οι αναρίθμητοι θαυμαστές του στον τάφο του στη Βαλτιμόρη. 

Κυριακή, 24 Δεκεμβρίου 2017

Ο Γιώργος Σεφέρης και ο Αναστάσης Βιστωνίτης συνομιλούν με το "RAVEN" του Πόου


Raven

In memoriam E. A. P.
Χρόνια σαν τα φτερά. Τι θυμάται τ' ακίνητο κοράκι;
τι θυμούνται οι πεθαμένοι κοντά στις ρίζες των δέντρων;
Είχαν ένα χρώμα τα χέρια σου σαν το μήλο που πέφτει.
Κι αυτή η φωνή που ξαναγυρίζει πάντα, χαμηλή.

Εκείνοι που ταξιδεύουν κοιτάζουν το πανί και τ' αστέρια
ακούνε τον αγέρα ακούνε πέρα απ' τον αγέρα την άλλη θάλασσα
σαν ένα κοχύλι κλειστό κοντά τους, δεν ακούνε
τίποτε άλλο, δεν ψάχνουν μέσα στους ίσκιους των κυπαρισσιών
ένα χαμένο πρόσωπο, ένα νόμισμα, δε γυρεύουν
κοιτάζοντας ένα κοράκι σ' ένα ξερό κλωνί, τι θυμάται.
Μένει ακίνητο πάνω στις ώρες μου λίγο πιο ψηλά
σαν την ψυχή ενός αγάλματος που δεν έχει μάτια
είναι ένα πλήθος μαζεμένο μέσα σ' αυτό το πουλί
χίλιοι άνθρωποι ξεχασμένοι σβησμένες ρυτίδες
ερειπωμένες αγκαλιές και γέλια που δεν τέλειωσαν
έργα σταματημένα σιωπηλοί σταθμοί
ένας ύπνος βαρύς από χρυσά ψιχαλίσματα.
Μένει ακίνητο. Κοιτάζει τις ώρες μου. Τι θυμάται;
Είναι πολλές πληγές μέσα στους αόρατους ανθρώπους, μέσα του
πάθη μετέωρα περιμένοντας τη δεύτερη παρουσία
επιθυμίες ταπεινές που κόλλησαν πάνω στο χώμα
σκοτωμένα παιδιά και γυναίκες που κουράστηκαν την αυγή.
Τάχα να βαραίνει πάνω στο ξερό κλωνί τάχα να βαραίνει
πάνω στις ρίζες του κίτρινου δέντρου πάνω στους ώμους
των άλλων ανθρώπων, τις παράξενες φυσιογνωμίες
που δεν τολμούν να γγίξουν μια στάλα νερό βυθισμένοι στο χώμα
τάχα να βαραίνει πουθενά;
Είχαν ένα βάρος τα χέρια σου όπως μέσα στο νερό
μέσα στις θαλασσινές σπηλιές, ένα βάρος αλαφρύ χωρίς συλλογή
με την κίνηση κάποτε που διώχνουμε την άσκημη σκέψη
στρώνοντας το πέλαγο ως πέρα στον ορίζοντα στα νησιά.
Είναι βαρύς ο κάμπος ύστερ' απ' τη βροχή· τι θυμάται
η μαύρη στεκάμενη φλόγα πάνω στον γκρίζο ουρανό
σφηνωμένη ανάμεσα στον άνθρωπο και στην ανάμνηση του ανθρώπου
ανάμεσα στην πληγή και το χέρι που πλήγωσε μαύρη λόγχη,
σκοτείνιασε ο κάμπος πίνοντας τη βροχή, έπεσε ο αγέρας
δε σώνει η δική μου πνοή, ποιος θα το μετακινήσει;
ανάμεσα στη μνήμη, χάσμα - ένα ξαφνισμένο στήθος
ανάμεσα στους ίσκιους που μάχουνται να ξαναγίνουν άντρας και γυναίκα
ανάμεσα στον ύπνο και στο θάνατο στεκάμενη ζωή.

Είχαν μια κίνηση τα χέρια σου πάντα προς τον ύπνο του πελάγου
χαϊδεύοντας τ' όνειρο που ανέβαινε ήσυχα τη μαλαματένια αράχνη
φέρνοντας μέσα στον ήλιο το πλήθος των αστερισμών
τα κλεισμένα βλέφαρα τα κλεισμένα φτερά ...

 Γιώργος Σεφέρης, Κοριτσά, χειμώνας 1937


T H E R A V E N

Στὶς σελίδες τοῦ βιβλίου τὸ κρύο φῶς τοῦ δωματίου.
Κόκκινες πληγὲς τὰ μάτια καρφωμένα στὸ κενό.
Στὸ ταβάνι μαῦρο στίγμα καὶ τὸ στῆθος μου ἕνα ρῆγμα,
δηλητηριῶδες μεῖγμα στὸ ποτήρι τὸ νερό –
σπάζουν γύρω μου τοπία μ’ ἕνα σκοτεινὸ σπασμό.
Σώματα πελεκημένα καὶ ποτάμια παγωμένα,
πρόσωπα μεταφερμένα σ’ ἕνα μέλλον σκοτεινό,
χάνονται μακριὰ τὰ φῶτα κι ἔχω ἀκάλυπτα τὰ νῶτα –
κομματιάζουνε τὴν πόρτα μ’ ἕναν ξέφρενο ρυθμό.
Ἔχω μέσα μου τὸ φόβο ποὺ μὲ σπρώχνει στὸ κενό.
Τὸ πουλί, βαλσαμωμένο, μοῦ φωνάζει: «Περιμένω
ἕνα χτύπημα στὸ χρόνο, μιὰ ἄγρια νεροποντή».
Πρὶν ἐτούτη ἡ νύχτα λήξει κάποιο χέρι θὰ μὲ πνίξει
καὶ μὲ φόβο θὰ τυλίξει τὴν αὐριανὴ ἀστραπή.
Δίχως φῶς καὶ δίχως χρῶμα θὰ μὲ θάψουν τὴν αὐγή;
Ἀπαντῶ στὸν ἑαυτό μου: «Εἶσαι γέννημα τοῦ τρόμου,
παραλήρημα τοῦ ἀνέμου ποὺ σφυρίζει στὰ κλαδιά,
στάχτη μιᾶς φωτιᾶς σβησμένης, τίποτε δὲν περιμένεις,
γέννημα τῆς πεθαμένης νύχτας ποὺ σὲ κυνηγᾶ».
Λύκοι ἀπ’ τὸ Βορρὰ θὰ σπείρουν αὔριο δόντια καὶ σκουριά.
Ἄνοιξη κομματιασμένη καὶ στ’ ἀγρίμια μοιρασμένη,
πέφτουν τὰ κλαδιὰ τῶν δέντρων καὶ παγώνουν οἱ πηγές,
ἔτσι ἡ λύπη μου φυτρώνει πάνω σ’ ἕνα ὑγρὸ σεντόνι,
ἔτσι ἡ λύπη μου ματώνει τῶν ματιῶν μου τὶς πληγές.
Ζῶ σ’ ἕνα παρὸν ἀβέβαιο κι ἕνα σπαραγμένο χθές.
Τὸ πουλί, ἀναστατωμένο, μοῦ φωνάζει: «Κατεβαίνω
ἀπ’ τὸν κόσμο τοῦ θανάτου κι ἀπ’ τὴ χώρα τῆς ὀργῆς».
Τρίζουν πόρτες καὶ σανίδια, μπαίνουν ἀπ’ τὶς τρύπες φίδια,
πέτρες, σίδερα, σκουπίδια καὶ μαχαίρια τῆς σφαγῆς.
Ἔχω μέσα μου τὸ φόνο καὶ τὴν τρέλα τῆς φυγῆς.
Ἔτσι πέθανε τὸ μέλλον καὶ ἡ ἐλπίδα τῶν ἀγγέλων
ποὺ δὲν γνώρισαν τὸ πένθος γιὰ νὰ βάψουν τὰ φτερά.
Τρόμος ἔγινε ἡ γαλήνη καὶ τὰ χρώματα μοῦ σβήνει,
γύρω γύρω ἡ νύχτα στήνει τὰ τρελά της σκηνικά –
ὁ οὐρανὸς μοῦ δείχνει νέφη καὶ τὴ σάπια του καρδιά.
Πέφτουν στὸ θολὸ μυαλό μου τὰ πηχτὰ νερὰ τοῦ δρόμου,
μέσα ἀπὸ τὰ μάτια τρέχουν τῶν ἐπίπλων οἱ σκιές,
εἶμαι μόνος μου, κρυώνω καὶ τὴν τρέλα μου πυκνώνω
σ’ ἕνα μεθυσμένο χρόνο πού ’χει γύρω του γραμμὲς
μπερδεμένες μὲς στὸ χῶρο καὶ σ’ ἀνώνυμες φωνές.
Ἕνα φῶς σκελετωμένο, βλέμμα κάποιου κρεμασμένου
μὲ τὰ μάτια πεταγμένα πρὸς τὸ μέλλον καὶ σκληρά,
σὰν ἐξογκωμένος φόνος πέφτει στὴ ζωή μου ὁ χρόνος,
σὲ μιὰ κάμαρα εἶμαι μόνος μ’ ἐφιάλτες καὶ σφυριὰ
κι ἕνα ἐβένινο κοράκι κρώζει καὶ σκορπάει φτερά.
Δὲν μπορῶ να σὲ ρωτήσω. Ἀπὸ τὸ παρόν σου πίσω
κρύβεται, πουλί, μιὰ λάμψη καὶ μιὰ μέθη ἀπὸ φωτιά.
Φιμωμένος στὴ σιωπή μου, χτυπημένος στὴ στοργή μου,
μὲ τὸ χρῶμα τῆς ἐρήμου ποὺ σκοτώνει τὰ φυτὰ
ταξιδεύω σ’ ἕναν κόσμο ποὺ δὲν γέννησε πουλιά.

Αναστάσης Βιστωνίτης 


Πέμπτη, 10 Αυγούστου 2017

"ΤΟ ΕΝΑΤΟ ΚΥΜΑ" του ΑΝΑΣΤΑΣΗ ΒΙΣΤΩΝΙΤΗ

Ivan Constantinovich Aivazovsky - The Ninth Wave (detail)

1
Ὁ χωματόδρομος μ’ ἔβγαλε στὴν παραλία
ἐκεῖ ποὺ ὁ γερανὸς σήκωνε τὴν ἐκκλησία
καὶ τὴν ἄφηνε νὰ πέσει στὰ νερά.
Ἦρθα νὰ ξαναβρῶ τὴν ἀδελφή μου τὴ Σίβυλλα
μὲ τὸ μαῦρο χιτώνα καὶ τὰ πέτρινα χείλη,
τὸ νούφαρο ποὺ μὲ πῆγε
ἀπὸ τὸ ποτάμι στὴ λίμνη
κι ἀπὸ κεῖ στὴ θάλασσα,
τὴ γυάλινη σκιὰ τοῦ 1959.
Χορδὲς φωτός, καλώδια τῆς λησμονιᾶς,
ἡ κουκουβάγια, ἡ δεκοχτούρα καὶ ὁ νυχτοκόρακας
κι ἡ νύχτα ποὺ ἔφερνε τὸν ἦχο τοῦ χαλκοῦ
ἀπὸ τὸν προηγούμενο αἰώνα.
Στὰ μάτια τῆς γάτας διάβασα
τὴν ἡμερομηνία καὶ τὴν ὥρα τῆς ἀναχώρησης
κι εἶδα νὰ περνοῦν γιὰ μιὰ στιγμὴ
ὁ ἱερέας, ὁ γόης κι ὁ μαστιγωμένος μάντης
κυνηγημένοι ἀπὸ προϊστορικὰ σκυλιά.
Ἔλαμπε ψηλὰ στὸν οὐρανὸ τὸ χιόνι τοῦ Γαλαξία
κι ἀνάμεσα στὰ πεῦκα διέσχιζα τὸ ἡμίφως
ποὺ χωρίζει τὸ παιδὶ ἀπὸ τὸν ἄντρα.
Ὅμως τὰ θυμόμουν ὅλα σὰν νά ’ταν χθές.
Κάπου ἐδῶ θὰ φωσφορίζει χαμηλὰ στοὺς θάμνους
τὸ ρολόι τοῦ κοραλλιοῦ
καὶ πάνω στὸ γέρικο πεῦκο θά ’χει μείνει ἡ χαρακιὰ
ποὺ σημαδεύει τὴν καταπακτὴ τῶν κυμάτων
κι ἐκεῖνο τὸ κόκκινο ἄστρο
στὸ μέτωπο τῆς Χίμαιρας.
Ἀνέβηκε ἕνα ἄλογο στὸν οὐρανὸ
κι ἔσβησε τ’ ἄστρα μὲ τὰ φτερά του.
Εἶδα τοὺς βράχους τοῦ ἀνθρακίτη
στὴν εἴσοδο τοῦ λιμανιοῦ,
τὶς μολυβένιες ἁλυκὲς ἀνάμεσα στὰ βρύα.
Ἤμουν σὲ λήθαργο• κι ἦρθε μπροστά μου
ἡ ἀγέννητη σκιά μου.
Σὲ ποιά γλώσσα νὰ μιλήσω μ’ αὐτὸ τὸ φάσμα,
ἀνταύγεια τοῦ θανάτου ποὺ ἔπεφτε πάνω στὰ μακρινὰ σπίτια,
στοὺς κοιμισμένους κήπους καὶ τὸ φώσφορο τῶν βυθῶν;
Γιατὶ ἀπόψε ἤμουν ὁ πιὸ μόνος ἄνθρωπος στὸν κόσμο
κι ἡ θάλασσα κατάπινε τὴν αἰωνιότητα
ὅπως ὁ ἄνεμος τρώει τὴν παραλία καὶ τὴ σκόνη
στὰ σταυροδρόμια καὶ τὶς ἐρήμους τοῦ ματιοῦ.
Μὲ τὸ χέρι νὰ ψάχνει τὶς στάχτες τῆς Σελήνης,
μὲ τὸ φῶς ποὺ φυλακίζει ἡ θάλασσα στὰ σπλάχνα της,
μὲ τὰ μάτια μισόκλειστα βούλιαζαν στὰ νερὰ
οἱ ναυαγοὶ τοῦ ἀνέμου.
Ἐκεῖ ποὺ ραγίζει ὁ καθρέφτης σκοτεινιάζει τὸ φῶς,
τὸ μαῦρο διαμάντι καίγεται στὸ κέντρο τῆς φωτιᾶς
καὶ βαθιά, σὰν ἦχος χιλιοτρυπημένης εἰκόνας,
ἀκούγεται ὁ τρυποκάρυδος, ὁ γιὸς τῆς Πηνελόπης.
«Ποτὲ δὲν εἴχαμε δικό μας ἕναν τόπο ἀληθινό,
ποτὲ δὲν εἶχε φωνὴ τὸ ἡμίφως».
Μόνον οἱ ἄλλοι ξέρουν ποιοὶ εἴμαστε.
Ἐκεῖνο ποὺ ἐμεῖς μαθαίνουμε
εἶναι ὅ,τι δὲν εἴμαστε κι ὅ,τι δὲν πρόκειται νὰ γίνουμε ποτέ,
ὅμως τί ἄλλο εἶναι ἡ συντριβὴ
ἀπό ’ναν ἄνθρωπο γονατισμένο στὴν ἄμμο;
Καὶ τὴ σποδὸ τῆς νιότης του
ποιός τόλμησε ποτὲ νὰ τὴ συλλέξει;
Ποιός σκέπασε τὴν κεφαλή, τὰ μάτια, τὴν καρδιὰ
μὲ τὸ νερὸ καὶ μὲ τὴ στάχτη;
Στὴ λάμψη τοῦ καραβιοῦ ποὺ ἔστριψε στὸν κάβο
εἶδα γιὰ μιὰ στιγμὴ νὰ περνᾶ ἡ προηγούμενη ζωή μου.
Βάζα μὲ ξεραμένα τριαντάφυλλα,
ἡμερομηνίες ποὺ κιτρίνισαν,
γράμματα χωρὶς ἀποστολέα,
ἡ κίνηση τοῦ χεριοῦ μέσα στὰ χόρτα τοῦ ὕπνου,
σκουριασμένα κειμήλια,
λογιστικὰ βιβλία ἀπὸ ἑταιρεῖες ποὺ δὲν ὑπάρχουν πιά.
Ὁ κόλπος κλείδωνε τὴ θάλασσα σὰν χειροπέδη.
2
Ἡ πόλη βούλιαζε στὴ θάλασσα
μὲ μολυβένιες βυσσινιὲς καὶ καρυδιὲς ἀπὸ μάρμαρο,
μὲ τριαντάφυλλα καὶ μαγεμένα χελιδόνια,
μὲ τὰ μνημεῖα, μὲ τὶς δάφνες της καὶ τοὺς νεκρούς της,
μὲ τὶς πλατεῖες, τὰ πλατάνια, τὰ σχολεῖα της,
κορδέλες, παράσημα κι ἀναμνηστικὲς φωτογραφίες
ἀπὸ τὴ σχολικὴ ἐκδρομὴ τοῦ 1960.
Ψάρια διαβάζουν ὀνόματα νεκρῶν,
κατάστιχα τοῦ δήμου, ἐφημερίδες τῆς ἀπελευθέρωσης.
Τέτοια ἦταν ἡ νύχτα ποὺ ἔφτασε
ὁ φλαουτίστας μὲ τὴν πράσινη μπέρτα.
Μπῆκε στὴ λέσχη τῆς πόλης,
σταμάτησαν οἱ μπίλιες τοῦ μπιλιάρδου,
ὁ φάντης κούπα γέλασε στὰ χέρια τοῦ προέδρου,
ὁ ἄσος μπαστούνι ἔπεσε ἀπὸ τὸ χέρι τοῦ στρατηγοῦ,
ἐκεῖνος ἔπαιξε τὸ ἐμβατήριο τῶν νηπίων,
βγῆκαν ἀπὸ τὴν πύλη τὰ παιδιὰ μαζί του
κι ἡ πόλη γέρασε σὲ μιὰ νύχτα καὶ τὴν κατάπιαν τὰ βουνά.
Ἔβλεπα χαμηλὰ στὰ κύματα
τὴν ἀγγελόπετρα Σελήνη
μιλώντας μὲ τὰ πεῦκα σὲ μιὰ γλώσσα
ποὺ δὲν ἦταν ἡ μητρική μου.
Τότε γύρισα κι ἀντίκρισα
μιὰν ἀπὸ τὶς παλιές μου σκιὲς
ν’ ἀσπρίζει μέσα στὸ λίκνο.
Ἤμουν αὐτὸς ποὺ δὲν ἤξερα.
Καὶ τὸ στομάχι μου ἀντιλαλοῦσε.
Κατέβαινε ἡ ὀρχήστρα στὰ νερά,
ὁ μαέστρος ἀσάλευτος μὲ τὴ μπαγκέτα,
ἀκίνητα τὰ μαντολίνα, τὸ πιάνο, οἱ κιθάρες καὶ τὰ βιολιά.
Ἔβλεπα νὰ βυθίζεται μαζὶ μὲ τοὺς μαθητές του
τὸ σιδερένιο τοτὲμ τοῦ γυμνασιάρχη.
Χόρευε ἕνα βὰλς δίχως μουσικὴ
τὸ ἄγαλμα τοῦ αὐτοκράτορα
μὲ τὸ ὁμοίωμα τῆς Παναγίας τῆς Πυροφόρου.
Τὰ μάτια μου ἀνοιγόκλειναν ἀθόρυβα
σὰν τὰ φτερὰ μιᾶς ζοφερῆς πεταλούδας
καὶ τὰ χρόνια μπαινόβγαιναν στὸ ἔρημο σπίτι
ποὺ ἔφεγγε μέσα στὸ χιόνι τοῦ Γαλαξία,
φάντασμα ξύλινο κι ἐρείπιο πέτρινο,
ἴχνος κενοταφίου, ἔρημο φυλάκιο,
μὲ τὴ μεγάλη καμινάδα του ξεκοιλιασμένη,
τὰ χόρτα ξεραμένα στὴν αὐλὴ
καὶ τὶς κουρτίνες στὰ παράθυρα νά ’χουν γεράσει.
Τὸ φῶς τῶν περασμένων δηλητηριάστηκε
ἀπὸ τὸ μάγο ποὺ ἄφησε νὰ πέσει στὸ τραπέζι
ἡ καραμέλα τοῦ θανάτου.
Γιὰ ὅσα χάθηκαν ἀνεπανόρθωτα.
Γιὰ τοὺς χαμένους, τοὺς νεκρούς, ἀκόμη καὶ γιὰ μένα.
Νά ’την ἡ νύφη ποὺ πέφτει στὸ μαῦρο κρεβάτι
ἀνοίγοντας τὴν ἀγκαλιὰ γιὰ νὰ δεχτεῖ
τὸ φάντασμα τοῦ ἔρωτά της.
Νά τὸ ἀσήμι ποὺ ἔκλεψε ἡ Πασιφάη
κι ἔφτιαξαν τὴν καρφίτσα τοῦ γάμου της.
Ἄνθη τοῦ ἀφροῦ στολίζουν τὰ ξανθὰ μαλλιά,
ἐρυθροφόρος οὐρανὸς κατεβαίνει στὰ κλειστά της βλέφαρα
καὶ μιὰ σκιὰ χελιδονιοῦ
τὰ ὄνειρά της κηλιδώνει.
Ὅλα μὲ πήγαιναν στὸ παρελθόν,
τὸν καιρὸ ποὺ οἱ θεοὶ εἶχαν χάσει τ’ ὄνομά τους,
ὅμως πάνω στὰ λείψανα τῶν τειχῶν
ἦταν ἀκόμη ζωντανὴ ἡ ἀράχνη τοῦ πολέμου.
Καὶ τὴ γέφυρα ὅταν τὴν περνᾶς δὲν πᾶς στὴν ἐκκλησία
ἀλλὰ στὸν προηγούμενο αἰώνα,
ἐκεῖ ποὺ ἤμουν τώρα ἐγὼ
κρατώντας στὰ χέρια μου σὰν ζωντανὰ ὀρυκτὰ
τὰ μῆλα ἀπὸ τὸν κῆπο τοῦ ταγματάρχη.
Μιλοῦσε ἡ θάλασσα, ὁ αἰώνιος μάντης:
3
Ἀέρα τοὺ Περσέα μὲ χρυσόσκονη δάφνης,
ἀρχάγγελε τοῦ Ὀλύμπου ποὺ κρατᾶς
τὸν οὐρανό, τὰ βουνὰ καὶ τοὺς πλανῆτες,
λάμπει στὰ ὕφαλα ἡ γοργόνα κατάλευκη
καὶ τοῦ πόντου ἡ μηλιὰ τραγουδᾶ τ’ ὄνομά σου.
Θ’ ἀνοίξουν τὰ σύννεφα καὶ θὰ περάσουν
τοῦ Ποσειδώνα τ’ ἄλογα ποὺ σκοτεινιάζουν τὸ Ζέφυρο
πετώντας στὰ βάθη νὰ πᾶν’ στὸ νησὶ
ὅπου δὲν πέφτει ἡ βροχὴ ποὺ μολύνει τὸ σύμπαν.
Ἀέρα τῆς φωνῆς, ποὺ κοιμᾶσαι στὸ σπήλαιο,
ποὺ κόβεις τὸ κύμα καὶ γελάει τὸ σκοτάδι,
στὸ πανὶ τῶν αἰώνων γραμμένα τὰ αἰώνια ψέματα,
ἐκεῖ καὶ τῶν ἀνθρώπων τυπωμένες οἱ ἀλήθειες.
Ἀέρα ποὺ φυσᾶς στῆς καρδιᾶς τὰ ἐρείπια,
φωνὴ τοῦ ἀγκαθιοῦ στὸ μπαλκόνι τοῦ Αἰόλου,
τὸ τραγούδι σου ἀκοῦν καὶ χορεύουν τὰ σύννεφα
καὶ τὰ μάτια τῶν ἄστρων τρεμοπαίζουν κοιτάζοντας
τὰ βελούδινα ἱστία τῶν πλοίων.
Ἀέρα ποὺ φυσᾶς στὰ φτερὰ τῆς βροχῆς,
στὸ λευκὸ τῆς σιωπῆς καὶ στὸ μαῦρο τῆς Νέμεσης,
στῶν πουλιῶν τὸ ταξίδι καὶ τὸ πρόσωπο
τοῦ νεροῦ ποὺ στὸ πέρασμά σου ραγίζει,
στῶν ἀνθέων τὸ κύμα ποὺ σαρώνει τὴν ἄβυσσο,
στὸ σταχτὶ τῶν βουνῶν καὶ τὸ κίτρινο τῶν πόλεων,
στὰ πανιὰ τοῦ Θησέα καὶ τὸν μύλο τῆς μάγισσας,
στοῦ παιδιοῦ τὸ χαρταετὸ καὶ τοὺς κρίνους τῶν ἄστρων
ποὺ τὴ νύχτα δακρύζουν στῆς Σελήνης τὸ μνῆμα.
Σελήνη τῆς ἀκακίας, ἡγερία τῶν νεκρῶν,
Καρμέντα τῶν συμφώνων, ἥλιε δωρικέ,
βασιλικὸ μηδέν, ἡμερολόγιο τοῦ ὕπνου,
πέτρα τῆς Μνημοσύνης, μῆλο ἀπὸ ὑδρογόνο,
κρατήρα τοῦ Ἄβαλον, μάτι τοῦ Ἀρθούρου,
τοῦ Σιμωνίδη νόμισμα, οἰκόσημο τοῦ φθινοπώρου,
τοῦ Μίνωα σφραγιδόλιθε, γυαλὶ θανάτου,
αὐγὸ τῆς θάλασσας, Ἀθὼρ τῶν οὐρανῶν
πάνω ἀπὸ τὴν πορφυρὴ παλίρροια τοῦ ἀνέμου.
Σελήνη, καθρέφτη τῆς Κίρκης,
κόρη τῆς λυγαριᾶς,
ἀσημένια σκιὰ τῆς σημύδας,
Ἐρατώ, Οὐρανία, βασίλισσα,
ἀσπίδα τοῦ χρόνου καὶ σίδερο τοῦ πάγου,
στὴ λεύκα τοῦ γήρατος στήνεις φωλιά,
κάθε νύχτα πετᾶς στὰ ὄρη τῆς Κρήτης
καὶ στέκεσαι πάνω ἀπ’ τὰ δέκα βουνὰ
νὰ φωτίσεις τὸν τάφο τοῦ Δία.
Σελήνη, μάτι τῆς ἀράχνης, μάγισσα τοῦ Βορρᾶ,
καθρέφτη τῆς Σαπφῶς καὶ τῆς Μπρουνχίλντε,
κόρη τοῦ Σήθ, Χερουβείμ τῆς σιγῆς,
μονόκερε τοῦ Κρόνου, ἀναγραμματισμένο ἔαρ,
βασίλισσα τῶν Φαραώ, Λίγεια, Πασιφάη καὶ Λευκωσία,
σπίτι τοῦ Ἀστερίωνα, τοτὲμ τοῦ Παραδείσου,
πελασγικέ μου ἔρωτα στοῦ ποταμοῦ τὸν ἴσκιο
μὲ τὴ σονάτα τῆς ἰτιᾶς νὰ πάει καὶ νὰ κοιμίζει
τῶν σκοτωμένων τὰ ὄνειρα στὸ φῶς τοῦ Κάτω Κόσμου.

από το βιβλίο του Αναστάση Βιστωνίτη  "Τα ρόδα της Αχερουσίας" που κυκλοφόρησε το 2008.