Σάββατο, 22 Απριλίου 2017

ΠΑΥΛΙΝΑ ΠΑΜΠΟΥΔΗ (Δύο ομιλίες για τη Λογοτεχνία και το φύλο της)



ΤΟ ΦΥΛΟ ΤΩΝ ΑΓΓΕΛΩΝ

Ο συνειρμός ήταν αναπόφευκτος. Εξάλλου πάντα προτιμώ να καλύπτω τέτοιου είδους θέματα από τη μεταφυσική τους πλευρά, αφήνοντας προλαλήσαντες και επερχόμενους να τα καλύπτουν από τις υπόλοιπες (τη φιλολογική, την κοινωνιολογική, την ψυχολογική, τη στατιστική κ. λπ.).
Πιστεύω πάντα πως μόνο με το χιούμορ μπορείς να αντιμετωπίσεις, πρώτον, τα απολύτως ακατανόητα που σου συμβαίνουν, π.χ. τη ζωή, και, δεύτερον, τα τελείως αυτονόητα, π.χ. τα προβλήματα των θεωρητικών. Όλες οι ενδιάμεσες κατηγορίες είναι απλούστερες και μπορούν να αντιμετωπιστούν σοβαρά, με κλασσικές επιχειρηματολογίες.

Το φύλο της λογοτεχνίας είναι ένα τέτοιου είδους πρόβλημα και, όπως φαίνεται, θα συνεχίσει να παραμένει πρόβλημα για καιρό ακόμα – μέχρι τουλάχιστον τα επιτεύγματα της γενετικής να καταφέρουν να ανατρέψουν τις ήδη κλονισμένες πεποιθήσεις μας περί της χρησιμότητας του προσδιορισμού του φύλου σε όλα τα είδη γενικά – ενσώματα και ασώματα.      
Το φύλο των αγγέλων, αντιστοίχως, ήταν κι αυτό ένα εξίσου ενδιαφέρον και φλέγον θέμα που προκάλεσε κι αυτό επί αιώνες εξίσου θυελλώδεις συζητήσεις και εξίσου μεγάλους πονοκέφαλους. Το πρόβλημα όμως του φύλου των αγγέλων, κάποτε, λύθηκε. Αν θυμάμαι καλά, αυτό έγινε τον 7ο αι. όταν, στα περιθώρια κάποιας Οικουμενικής Συνόδου (της Ε΄ θαρρώ) οι Πατέρες της Εκκλησίας απεφάνθησαν τελεσίδικα ότι οι άγγελοι είναι αρσενικοί. Δεν υπήρχε περίπτωση να είναι θηλυκοί – εφόσον δεν ήταν ακόμα σίγουρο το αν οι γυναίκες είχαν καν ψυχή. Βεβαίως, θα μπορούσε να είναι αμφίφυλοι ή άφυλοι, κάτι τέτοιο όμως δεν θα ήταν πρέπον… Έτσι, δια της εις άτοπον, αποδείχθηκε ότι οι άγγελοι ανήκουν στο ισχυρό φύλο στο οποίο, όπως είχε αποφασιστεί λίγο νωρίτερα, ανήκε και ο Θεός.

Μάλιστα. Από τον Θεό είναι που αρχίζει ιεραρχικά αυτή η σειρά των μπλεξιμάτων περί του φύλου των διαφόρων υψηλών συλλήψεων ή εκφάνσεων της πνευματικότητας του ανθρώπου (εννοώ λ.χ. τη σύλληψη της ύπαρξης Θεού και  ουρανίων όντων, τις αναζητήσεις της Επιστήμης, τις εκφάνσεις της Τέχνης).
Οι ζαβολιές αρχίζουν από τη στιγμή που αρχίζει να γράφεται το μπεστ σέλερ όλων των εποχών, η Παλαιά Διαθήκη.
Ο Θεός, στο Α΄ κεφάλαιο της Γένεσης (Α,27) , κάπως απρόσεχτα και βιαστικά, κουρασμένος από τον φόρτο εργασίας, δηλώνει προς στιγμήν, αφηρημένος, αμφίφυλος. Και, φυσικά, κάνει και τον άνθρωπο αμφίφυλο: «…και εποίησεν ο Θεός τον άνθρωπον· κατ’ εικόνα Θεού εποίησεν αυτόν άρσεν και θήλυ εποίησεν αυτόν.» 
Στο Β΄ όμως κεφάλαιο γίνεται εσπευσμένα η διόρθωση:
Επειδή ουκ ευρέθη τω Αδάμ βοηθός όμοιος αυτώ, ανάμεσα στα υπόλοιπα κτήνη και ερπετά, ο Θεός προχωρά στη γνωστή χειρουργική επέμβαση και αποσπά από τον κορμό του δημιουργήματός του τη μια πλευρά,  ακριβώς όπως ο θεωρητικός αποσπά από τον κύριο «ανδρικό» κορμό της λογοτεχνίας το εξάρτημα της γυναικείας πλευράς: « …και ωκοδόμησεν ο Θεός την πλευράν ήν έλαβε από τον Αδάμ εις γυναίκα και ήγαγεν αυτήν προς τον Αδάμ…». (Β΄, 22).

Οι συγγραφείς, δηλαδή, επαναλαμβάνουν τη σκηνή της Δημιουργίας, κατά πολύ βελτιωμένη, πιο ζωντανή και με περισσότερη δράση, με σκοπό να σωθεί πάσει θυσία ο ανδρισμός του Θεού, αλλά και του «Ανθρώπου» – ευελπιστώντας ότι δεν θα δοθεί ιδιαίτερη σημασία στην αντιφατικότητα αυτής της παραγράφου ως προς την προηγούμενη, μέσα στις χιλιάδες των παραγράφων.
Το ότι ο Θεός φέρεται να αντιφάσκει, δεν πειράζει. Είναι συνηθισμένο, απολύτως φυσικό: Αντιφάσκω γιατί είμαι απέραντος – όπως δηλώνει και ο Ουίτμαν για τον εαυτό του, και όπως ισχύει πάντα για τον οποιοδήποτε μεγάλο ποιητή.
Είχαν δίκιο οι συγγραφείς. Κανείς ποτέ δεν έδωσε ιδιαίτερη σημασία…

Ας αντιπαρέλθουμε λοιπόν κι εμείς αυτή την πρώτη ζαβολιά με τον Θεό, ας αντιπαρέλθουμε και τη δεύτερη με τους αγγέλους. Τώρα πρέπει να επικεντρώσουμε στην τελευταία, που αφορά τον δαίμονα της Λογοτεχνίας και την πραγματική του φύση – εφόσον, βασικά, αυτό είναι το θέμα μας… Ή μάλλον, το θέμα σας. Εγώ, θα το καταλάβατε, το βαριέμαι λίγο, γι’ αυτό – όπως ακριβώς στο σχολείο – μπαινοβγαίνω και είμαι κυρίως εκτός θέματος. 

Τέλος πάντων, ας τεθεί για μια ακόμα φορά το ρητορικό ερώτημα αν πράγματι υπάρχει λογοτεχνία ανδρική και γυναικεία. Και ας απαντήσω, προς στιγμήν σοβαρά:

Η Λογοτεχνία, σε πείσμα των Πατέρων της Λογοτεχνίας – δεν είναι ούτε αντρική ούτε γυναικεία ούτε παιδική ούτε γκέι. Είναι, απλώς, κατά περίπτωση, καλή, μέτρια ή κακή.
Ο συγγραφέας, ούτως ή άλλως, αναγκάζεται να είναι πότε άντρας, πότε γυναίκες, πότε, πότε γέρος άφυλος. Ποτέ δεν υποδύεται ένα μοναδικό, ατόφιο πρόσωπο γιατί είναι ταυτόχρονα και ο δημιουργός και ο πρωταγωνιστής και οι κομπάρσοι και ο παρατηρητής και ο σχολιαστής του κόσμου του. Αλλάζει αδιάκοπα περσόνες – μάσκες τραγωδίας, καρνάβαλου, εντάφιες, παιχνιδιού, ληστείας, περσόνες που συνοψίζουν ανθρώπινες ψυχολογικές καταστάσεις, και μετακινεί διαρκώς τα διεστώτα στοιχεία, τα συναρμόζει και τα οργανώνει σχηματίζοντας κάθε φορά κάποιο άλλο, λίγο ή πολύ αναγνωρίσιμο, παζλ.

Μίλησα προς στιγμήν σοβαρά. Αν θέλω, όμως, να είμαι συνεπής προς το πνεύμα μου, πρέπει να κλείσω στο πνεύμα που άρχισα, χρησιμοποιώντας και πάλι κώδικες φύλου:
η προσωπική μου εμπειρία με κάνει να μη μπορώ παρά να παραδέχομαι κι εγώ τελικά πως ο δαίμονας της Λογοτεχνίας διαθέτει, εκτός των άλλων, και ένα απίστευτο αριθμό νοητών αναπαραγωγικών οργάνων– προς γονιμοποίηση ή προς απλή ευχαρίστηση. (Ο εξοπλισμός του αυτός περιγράφεται ως Η κατάρα και η ευλογία του δώρου του Λόγου.)
Διορθώνω, λοιπόν:
Η Λογοτεχνία είναι πανηδονήστρια. Εκδίδεται δε και συνουσιάζεται αμερόληπτα, ανεξαρτήτως του φύλου των συγγραφέων και των αναγνωστών, κατά τις επιθυμίες και κατά το μέτρο των δυνατοτήτων του καθενός.


Ομιλία στο ΠΑΠΟΚ, 1988;







ΚΑΙ ΓΙΑΤΙ ΟΧΙ ΠΟΤΕ: «Ο ΑΝΔΡΑΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΗΣ ΚΑΙ ΤΑ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ ΤΗΣ ΑΝΔΡΙΚΗΣ ΓΡΑΦΗΣ»;
Ή
Η ΑΝΤΙΣΤΡΟΦΗ ΤΩΝ ΟΡΩΝ ΤΟΥ ΠΑΙΧΝΙΔΙΟΥ

         
Τα περί «γυναικείας λογοτεχνίας» είναι από τα πράγματα που μου προκαλούν μια ευρεία γκάμα συναισθημάτων: από αλλεργία και ανησυχία μέχρι κατάθλιψη και θυμό. Και για να το αντιμετωπίσω, αναγκάζομαι να επιστρατεύσω όλες μου τις δυνάμεις, δηλαδή το χιούμορ μου. Αυτό λοιπόν θα κάνω και τώρα, αφού επικαλεστώ πρώτα και το δικό σας χιούμορ…

Τι θα λέγατε, ας πούμε, να αντιστρέψουμε τους όρους του παιχνιδιού; Είμαι σίγουρη πως κι εσείς αισθάνεστε τόσο άσχημα όσο κι εγώ, διαπιστώνοντας ξαφνικά πως όλοι και όλες ασχολούνται αποκλειστικά με τη Γυναικεία Λογοτεχνία! Κανένα Συνέδριο δεν έχει γίνει ποτέ ούτε κι έχουν γραφτεί άρθρα, μελέτες, δοκίμια, διατριβές για την Ανδρική Λογοτεχνία και για τον Άνδρα Λογοτέχνη ή για τα προβλήματα της Ανδρικής Γραφής.
Δεν είναι άδικο; Κάποιος επιτέλους πρέπει να ασχοληθεί λίγο και μ’ αυτό το παραμελημένο, περιθωριακό και περίεργο είδος που οι καημένοι οι άνδρες καλλιεργούν με πείσμα, και που αγωνίζεται να υπάρξει, έστω και ως αδύναμη παραφυάδα στον κορμό του γραπτού λόγου, δηλ. της γυναικείας λογοτεχνίας.

Προσφέρομαι ιπποτικά να θέσω τα ερωτήματα και να παραθέσω τα επιχειρήματα, κατασκευάζοντας και τις απαντήσεις.

Ερώτημα πρώτο: Υπάρχει Ανδρική Λογοτεχνία;
Απάντηση: Ναι. Είναι σχεδόν σίγουρο πως υπάρχει. Παρόλο που, όπως είπαμε, δεν έχουμε στοιχεία ή μελέτες, και οι θεωρητικοί υποκρίνονται πως αγνοούν το θέμα, εμείς είμαστε υποχρεωμένοι να δεχτούμε αυτή την πιθανότητα, βασιζόμενοι στα εξής επιχειρήματα:
Ένα: Το γράψιμο, ως γνωστόν, απαιτεί ιδιαίτερη μυϊκή δύναμη.
Δυο: Το γράψιμο, ως γνωστόν, απαιτεί όρχεις.
Τρία: Το μολύβι ή το στυλό, ως γνωστόν, είναι καθαρά φαλλικά σύμβολα. Επίσης, το πληκτρολόγιο είναι δέκτης – υποκατάστατο παθιασμένων, καθαρά αρσενικών, δακτυλικών κινήσεων συνεχούς σεξουαλικής παρενόχλησης.

Ερώτημα δεύτερο: Υπάρχει Ανδρικός Λόγος;
Απάντηση: Και πάλι μπορούμε να πούμε, σχεδόν με βεβαιότητα, ναι. Είναι γνωστές οι εκφράσεις, «ο άνδρας έχει λόγο» και «ο άνδρας κρατά το λόγο του».

Ερώτημα τρίτον: Διαφέρει ο Ανδρικός λόγος απ’ τον Γυναικείο;
Απάντηση: Σίγουρα. Αλλά είναι κάτι σαν αυτό που περιγράφεται ως «ζωγραφική με το πόδι» ή «με το στόμα». Στην περίπτωσή μας το όργανο στο οποίο αναφερόμαστε είναι, προφανώς, κάποιο άλλο.
Και χρησιμοποιώ αυτή την παρομοίωση γιατί, όπως ξέρουμε, ο άνδρας είναι άτομο με ειδικές ανάγκες (λόγου χάρη έχει ανάγκη από την ησυχία του για να γράψει και ανάγκη άμεσης και διακριτικής ικανοποίησης των καθημερινών του αναγκών, προς αποφυγή περισπασμών).

Ερώτημα τέταρτο: Ποια είναι τα προβλήματα της Ανδρικής Γραφής;
Απάντηση: Είναι πολλά… Σκεφτείτε μόνο πως ο άνδρας ζει σ’ ένα ανελέητο, ανταγωνιστικό γυναικοκρατούμενο κόσμο (μητέρα, σύζυγος, πεθερά, κουνιάδες, θείες, κόρες, αδελφές, εξαδέλφες, ερωμένες, καθαρίστριες, μανικιουρίστες). Αντιμετωπίζεται σαν πολίτης β΄ κατηγορίας, δεν έχει τις ευκαιρίες που έχει μια γυναίκα να αναδειχτεί, είναι απομονωμένος, κλεισμένος συνήθως μέσα σ’ ένα γραφείο ή σ’ ένα αυτοκίνητο ή σ’ ένα καφενείο ή σ’ ένα γήπεδο, καταπιέζεται… Έχει ακόμα το δυσβάσταχτο βάρος της ευθύνης για την παρακολούθηση των πολιτικών εξελίξεων και της διεθνούς οικονομικής πολιτικής…
Όλα αυτά, επιδρούν βεβαίως στον ψυχισμό του, και εάν τελικά, παρά τις αντιξοότητες, καταφέρει να παράξει έργο, αυτό σίγουρα θα είναι προϊόν μιας βασανισμένης προσωπικότητας, με συναισθηματικές διαταραχές, και θα πρέπει να κρίνεται με συμπάθεια, συγκατάβαση και κατανόηση.

Δεν πρέπει επίσης να παραβλέπουμε το κυριότερο, το πιο φοβερό πρόβλημα  του άνδρα λογοτέχνη: το ότι είναι αναγκασμένος να επιδίδεται στην ανδρική του γραφή χρησιμοποιώντας τη μητρική του γλώσσα κι όχι την πατρική!
Αυτό, κατά τη γνώμη μου, είναι που τον κάνει να αντιδρά κομπλεξικά και να επιζητεί ειδική μεταχείριση…

Αυτά, λοιπόν, είχα να πω με δικά μου λόγια.
Πάντως, σε περίπτωση που δεν έγινα κατανοητή, κλείνω εξηγώντας περαιτέρω – με δικά σας λόγια – και συνοψίζοντας:

Η Τέχνη είναι μία. Και την υπηρετούν εξίσου καλά, εξίσου κακά, εξίσου μέτρια και εξίσου απαράδεκτα οι εκπρόσωποι και των δυο – συγνώμη, και των τριών φύλων…

Κομοτηνή, 1992    



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου