Σάββατο, 10 Φεβρουαρίου 2018

ΚΡΙΤΙΚΗ –IN MEMORIAM

γράφει ο Μιχάλης Μοδινός*


ΑΡΗΣ ΜΠΕΡΛΗΣ 1944-2018: - Ο “σεσημασμένος μεταφραστής” και μαχητικός δοκιμιογράφος μας άφησε λίγο πριν τον θάνατό του μια εντυπωσιακή συλλογή κειμένων  για την αγάπη της λογοτεχνίας αλλά και της επιστήμης-

Άρης Μπερλής, Κριτικά Δοκίμια ΙΙ, 
σελ. 268, ΥΨΙΛΟΝ 2017

Ένας ακτιβιστής του ορθού λόγου

Ο Άρης Μπερλής έχει χαρακτηρισθεί «σεσημασμένος μεταφραστής» από την επίσης σημαντική μεταφράστρια και κριτικό Αθηνά Δημητριάδου (βλ. άρθρο της στο σχετικό αφιέρωμα του περ. The Athens Review of Books, Σεπ. 2017)  με την οποία είχε διά βίου συνεργασία. Υπονοείται προφανώς η πίστη του στο λειτούργημα της μεταφοράς στη γλώσσα μας του νοήματος και των συμφραζομένων ενός κειμένου που έχει παραχθεί σε άλλα μήκη και πλάτη, αλλά και η ιδιαίτερη σημασία της μετάφρασης ως μορφής τέχνης με πολλαπλάσια συχνά σημασία από την παραγωγή πρωτότυπου έργου. Πράγματι, ο Μπερλής ταυτιζόταν σε τέτοιο βαθμό με το έργο με το οποίο  πάλευε σε κάθε χρονική περίοδο της ζωής του, που υποδυόταν τον ρόλο του ίδιου του συγγραφέα, όπως μου είχε εξομολογηθεί χαριτιλογώντας. Έφτανε ακόμη σε προχωρημένο σημείο ταύτισης με τους ήρωες μιας αφήγησης όπως ο Λόρδος Τζιμ του Τζόζεφ Κόνραντ ή ακόμη περισσότερο Ο Μεγάλος Γκάτσμπυ του Φράνσις Σκοττ Φιτζέραλντ, νοσταλγώντας τις «ζωές που δεν ζήσαμε». Θεωρώντας τη λογοτεχνία  όργανο της επαφής μας με το «έτερον» (το αλλότριο, το καινούργιο, το εξωτικό, το ετεροχρονισμένο),  και πιστεύοντας στην μέσω αυτού του ετέρου  λυτρωτική επιστροφή στον εαυτό μας (το οικείο, το καθημερινό, το πιθανώς γνωστόν), ο Άρης Μπερλής μοχθούσε πάνω από τα κείμενα  συγγραφέων όπως η  Βρτζίνια Γουλφ και ο Τζ. Μ. Κουτσύ. Τα τελευταία χρόνια μάλιστα πάλευε  με το μεγάλο έργο του Χάρολντ Μπλουμ για τον Σαίξπηρ (το οποίο ατυχώς έμεινε ημιτελές). Σε κάθε περίπτωση έπεισε τους δύσπιστους  ότι η μεταφραστική δουλειά είναι εξίσου σημαντική με την πρωτότυπη, συχνά δυσκολότερη και προϋποθέτουσα μια ευρύτερη παιδεία. Όσοι σήμερα βιοπορίζονται με τη μετάφραση του χρωστούν πολλά. Δεν είναι άλλωστε τυχαίο ότι υπήρξε ιδρυτικό μέλος και αντιπρόεδρος  της Εταιρείας Συγγραφέων.
     Ο Μπερλής υπήρξε ολιγογράφος. Ως λεπτολόγος και βασανιστής του κειμένου προτιμούσε να διαβάζει υπερβολικά πολύ ώστε να αντλεί «πλευρική σοφία» για τα βιβλία αλλά και τα κοινωνικά συμφραζόμενά τους. Μανιώδης της ποίησης, με ιδιαίτερη κλίση προς τον Τ.Σ. Έλλιοτ και τους καθ’ ημάς Καρυωτάκη και Ελύτη, μελετητής της αποικιακής και μετααποικιακής λογοτεχνίας από τους πρώιμους εξερευνητές (τον Στάνλεϋ, τον  Μπρους, τον Μπέηκερ)  ως τον Κόντραντ, τον Ταγκόρ,  τον Μωμ και ιδιαίτερα τον Κουτσύ (μιας και η αγαπημένη του αγγλίδα σύζυγος Μόνικα είχε και νοτιοαφρικανικές ρίζες),   κατέφευγε ενίοτε ακόμη και στην αστυνομική λογοτεχνία για να ξεφύγει από τυχόν αξεπέραστες δυσκολίες. Όμως είχε  ιδιαίτερη αγάπη για την καθεαυτή ταξιδιωτική λογοτεχνία, ιδιαίτερα όταν αυτή κινείται στα όρια μεταξύ γεωγραφίας και κοινωνικής ανθρωπολογίας. Μεταξύ των μεταφράσεών του σημαδιακές θεωρώ την Βενετία της Τζαν Μόρρις και τους Άραβες των Βάλτων του Γουίλφρεντ Θέσιγκερ – έχω άλλωστε γράψει γι αυτές. Σημαντικό επίσης είναι ότι ο Μπερλής προλόγιζε ή επιλόγιζε τα βιβλία που μετάφραζε ο ίδιος ή κάποιος άλλος (πρόσφατα ας πούμε το Στόουνερ του Τζων Γουίλλιαμς και το Μανχάτταν του Κολμ Τοϊμπίν) με εξαιρετικά διαυγή τρόπο.

    Αυτή η τελευταία του ιδιότητα μας εισάγει ωστόσο στο πεδίο της δοκιμιογραφίας. Γιατί ο Μπερλής έγραψε ποικίλα δοκίμια που εντάχθηκαν και σε αυτόν τον τελευταίο του τόμο σχετικά με τον Παπαδιαμάντη, τον Καραγάτση, τον Καζαντζάκη, τον Χειμωνά , τον Σεφέρη, την Καίη Τσιτσέλη, την Αλεξάνδρα Παπαθανασοπούλου ή ευρύτερες μελέτες για την κατασκοπική και πολεμική λογοτεχνία. Προασπιστής του μοντερνισμού, θεωρούσε ότι η όλη η σύγχρονη λογοτεχνική παραγωγή κινείται σε ένα εκκρεμές που  έχει στις άκρες του τόξου  τους δύο μεγάλους Ιρλανδούς, τον Τζέημς Τζόις και τον Σάμουελ Μπέκετ: από τον μπαρόκ πληθωρισμό της γλώσσας και την ηρωοποίηση της καθημερινότητας του ενός, στην λιτή έκφραση του άλλου που αναδείκνυε τις σιωπές και τα κενά πίσω από τις λέξεις.  Σεβόταν ωστόσο ιδιαίτερα την ρεαλιστική λογοτεχνική παράδοση του 19ου αιώνα χωρίς την οποία είναι αδύνατο να γίνουν κατανοητές οι μετέπειτα εξελίξεις του 20ού. Είναι γι αυτό που τον ενδιέφεραν ιδιαίτερα οι επιστημονικές και άλλες κατακτήσεις, που καθοδηγούν συχνά με άδηλους τρόπους τους δρόμους της λογοτεχνίας. Γιατί λ.χ. χωρίς την ψυχανάλυση θα ήταν δύσκολο να κατακτηθούν τεχνικές όπως αυτή της συνειδησιακής ροής και χωρίς την κβαντική φυσική και την σχετική Αρχή της Απροσδιοριστίας δεν θα είχαμε την διάσπαση του χρόνου της αφήγησης, την σχετικοποίηση των χαρακτήρων, την πολλαπλή εστίαση,  ή την πρωτοκαθεδρία του υποκειμένου της αφήγησης.  Η πίστη του αυτή στην επιστήμη βρήκε την καλύτερη έκφρασή της σε ένα σημαντικό του κείμενο που πρωτοδημοσιεύθηκε επίσης στο Athens Review of Books  και όπου ο Μπερλής, αν και δηλωμένα μη φυσικός, μπαίνει στα άδυτα της κβαντικής φυσικής για να ανακαλύψει τομές και αποσχίσεις.  Εκεί μας θυμίζει άλλωστε πως το στοιχειώδες σωματίδιο κουάρκ βαφτίστηκε έτσι  στην δεκαετία του ’60 από μια αναφορά στο Φίννεγκαν’ ς Γουέηκ του Τζόις. Βλέπετε, ο νομπελίστας φυσικός Μάρρεϋ Τζελ- Μανν συνήθιζε να διαβάζει κάπου κάπου για ξεκούραση δυο τρεις σελίδες από το «πλέον αδιάβαστο των βιβλίων» και πέφτοντας πάνω στη λέξη κουάρκ (“Three quarks for Muster Mark”) ήταν βέβαιος ότι είχε ήδη ηχήσει στα αυτιά του όταν δούλευε πάνω στην ανακάλυψή του.  Στο δοκίμιο αυτό ο Μπερλής κολυμπά επιπλέον στα βαθιά νερά των πολλαπλών συμπάντων και των άπειρων πραγματικοτήτων που συγκροτούν κατά την σύγχρονη θεωρία την ιστορία του σύμπαντος, θυμίζοντάς μας τους παράλληλους δρόμους της φυσικής  με τις λογοτεχνικές εξελίξεις.
   Για να δουλέψει πάνω σε παρόμοιους συσχετισμούς (και σχετικισμούς)  πρέπει ωστόσο να είναι κανείς πιστός στον ορθό λόγο (ειδάλλως κινδυνεύει να του σαλέψει).  Τότε και μόνο τότε η μαγεία της τέχνης μπορεί να έχει νόημα. Ο Μπερλής υπήρξε ένας ακτιβιστής του Ορθού Λόγου, ένας εξ επαγγέλματος αθεϊστής (ή έστω αγνωστικιστής) και το πάθος του αυτό βρήκε την καλύτερη έκφρασή του στο ογκώδες βιβλίο Η Βίβλος του Αθέου, με σχολιασμό κειμένων και ανθολόγηση του Κρίστοφερ Χίτσενς. Αλλά ο ορθολογισμός του επεκτεινόταν και σε ποικίλα άλλα είδη ακτιβισμού, προεξαρχόντων των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και της αγάπης προς το έτερον , το άλλο, το αλλόφυλλο. Το πάθος του για παρόμοια ζητήματα εκδηλωνόταν με εξαντλητική επιχειρηματολογία, μέχρι  σημείου σύγκρουσης με τους ακροατές ή συνδαιτημόνες του, αλλά οι ρίζες του είχαν γερά εμπειριστικά,  «αγγλοσαξωνικά» θεμέλια. Σε ένα έξοχο αντιμανιφέστο της συλλογής αυτής με τίτλο «Γιατί δεν γράφω ποίηση» εξηγεί με βιτριολικό χιούμορ γιατί είναι αρνητής της μετριοκρατίας, γιατί πιστεύει αποκλειστικά  στην μέθεξη με τα μεγάλα έργα και γιατί οι επαναστάσεις στην ποιητική τέχνη μοιάζουν να έχουν εξαντληθεί. Είναι γι αυτό και αναζητούσε την πραγματική ποίηση σε άλλες λογοτεχνικές μορφές.  Είμαι βέβαιος ότι βαθιά μέσα του θα χαιρόταν την στιγμή της διάψευσης αυτού του σκεπτικισμού του μιας και κατά τον Τόμας Κουν το κύριο χαρακτηριστικό των όντως επιστημονικών θεωριών είναι η διαψευσιμότητα: Κάποια στιγμή, μια νέα λειτουργική αλήθεια αντικαθιστά την παλιά και η γη από επίπεδη γίνεται στρογγυλή για να καταλήξει ελλειψοειδής εκ περιστροφής, γεωειδές κ.ο.κ.
    Σε όποιο παράλληλο σύμπαν  κι αν βρίσκεται τώρα, ας είναι βέβαιος ότι θα συνεχίσουμε να τσακωνόμαστε δημιουργικά μαζί του.    
  
Περιβαλλοντολόγος, γεωγράφος και μηχανικός ο Μιχάλης Μοδινός γεννήθηκε στην Αθήνα το 1950. Θεωρητικός και ακτιβιστής του οικολογικού κινήματος, συνεργάστηκε με διεθνείς οργανισμούς, δίδαξε σε ακαδημαϊκά ιδρύματα ανά τον κόσμο, ενώ υπήρξε ιδρυτής και εκδότης της Νέας Οικολογίας, πρόεδρος του Εθνικού Κέντρου Περιβάλλοντος και διευθυντής του Διεπιστημονικού Ινστιτούτου Περιβαλλοντικών Ερευνών. Στο δοκιμιακό - ερευνητικό του έργο περιλαμβάνονται τα βιβλία "Μύθοι της ανάπτυξης στους τροπικούς" (Στοχαστής), "Από την Εδέμ στο καθαρτήριο" (Εξάντας), "Τοπογραφίες" (Στοχαστής), "Το παιγνίδι της ανάπτυξης" (Τροχαλία) και "Η αρχαιολογία της ανάπτυξης" (Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης). Από το 2005 στράφηκε συστηματικά στην λογοτεχνία και την κριτική της. 

Από τις εκδόσεις Καστανιώτη έχουν κυκλοφορήσει τα μυθιστορήματά του "Χρυσή ακτή", 2005, "Ο μεγάλος Αμπάι", 2007, "Επιστροφή", 2009 (βραβείο Ιδρύματος Πέτρου Χάρη Ακαδημίας Αθηνών) "Η σχεδία", 2011 (Διάκριση της Επιτροπής Κρατικών Βραβείων και υποψήφιο για το Ευρωπαϊκό Λογοτεχνικό Βραβείο) και "Άγρια Δύση - μια ερωτική ιστορία", 2013.
To προτελευταίο βιβλίο "Τελευταία έξοδος: Στυμφαλία" (2014) κυκλοφόρησε από το Βιβλιοπωλείο της Εστίας.
Το τελευταίο βιβλίο του "Εκουατόρια" κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Καστανιώτη.

Πέμπτη, 8 Φεβρουαρίου 2018

Νότα Χρυσίνα «Μία τυχαία συνάντηση»



Η Νατάσα κατέβηκε βιαστική από το ταξί. Μόλις την είδα η καρδιά μου άρχισε να χτυπά σε ένα ξέφρενο ρυθμό σαν τρελή.Περπατούσα παρέα με τους παλιούς συμφοιτητές μου δίπλα από το γλυπτό της Κοιμωμένης του Χαλεπά. Βρισκόμασταν στο Α’ Νεκροταφείο για την εξόδιο ακολουθία που θα ψαλλόταν για τον αγαπημένο μας καθηγητή Δημήτρη Μαρωνίτη, που είχε φύγει την προηγούμενη μέρα από τη ζωή. Ανυπομονούσα να την δω. Η φίλη της η Μαίρη μού είχε πει πως θα ερχόταν στην κηδεία κι ότι θα έφθανε αεροπορικώς από Θεσσαλονίκη. Είχε αργήσει. Η ώρα ήταν ήδη 11 και μισή.  Πάντα αργούσε. Το μυαλό μου έτρεξε στο παρελθόν σαν ταινία σε rewind. Θυμήθηκα την ημέρα που πρωτογνωριστήκαμε. Ήμασταν και οι δυο μας φοιτητές φιλολογίας στο πανεπιστήμιο.

Μια ψηλή κοπέλα με κυματιστά, καστανά μαλλιά και λαμπερά γεμάτα φλόγα μάτια μπήκε αργοπορημένη στο μάθημα του καθηγητή Μαρωνίτη. Το σώμα της δεν ήταν απλώς ωραίο, έμοιαζε με γλυπτό Αφροδίτης.) Μόλις την είδα εντυπωσιάστηκα, δεν μπορούσα να πάρω τα μάτια μου από πάνω της.

Στο διάλειμμα την πλησίασα και τη ρώτησα εάν χρειάζεται τις σημειώσεις του μαθήματος. Εκείνη ενθουσιάστηκε με την πρότασή μου και μού πρότεινε αμέσως να πάμε για καφέ. Ήταν πρόσχαρη και μιλούσε με μια ζεστή, απαλή, μεταξένια φωνή. 
Την ερωτεύτηκα κεραυνοβόλα κι εκείνη ανταποκρίθηκε. Δεν αργήσαμε να συγκατοικήσουμε. Βρήκαμε ένα μικρό, φτηνό διαμέρισμά στο κέντρο της πόλης. Θέλαμε να βρισκόμαστε στην καρδιά της πόλης, ώστε να  οσμιζόμαστε τα δρώμενα, αλλά καιμου άρεσε να μπορώ να πηγαίνω παντού με τα πόδια.Το ίδιο και της Νατάσας. Ήταν αθλήτρια. Το όμορφο καλοσχηματισμένο της σώμα είχε διαμορφωθεί μετά από ατέλειωτες ώρες γυμναστικής.
Η αθλήτριά μου όμως αγαπούσε και τη διακόσμηση. Διάβαζε πολλά περιοδικά στον ελεύθερο χρόνο της. Στο νέο μας σπίτι τής δόθηκε η ευκαιρία και να δείξει το ταλέντο της και να φτιάξει το σπιτικό μας.
 Διάλεξε  φωτεινά πράσινα χρώματα για τους τοίχους και απαλότερες αποχρώσεις για τα υφάσματα. Βάψαμε μόνοι μας το σπίτι. Βάψαμε ακόμη και τα πρόσωπά μας. Είχαμε γελάσει πολύ καθώς μοιάζαμε με πράσινα ανθρωπάκια εξωγήινων, όπως αυτά που αναπαρίστανται στα περιοδικά.
 Τράβηξα πολλές φωτογραφίες το μουτράκι της και κρέμασα τις φωτογραφίες στους τοίχους. Τη φωτογράφιζα συχνά καθώς η φωτογραφία είναι το χόμπι μου. Είχα πάρει μέρος σε διαγωνισμούς και εκθέσεις.
 «Μάνο, βιβλία και φωτογραφίες παντού, παντού φωτογραφίες» έλεγε μισοζαλισμένη η μούσα μουενώ έψαχνε κάποιο βιβλίο για την εργασία της. 
«Βιβλιοφάγοι, είμαστε μωρό μου, δέξου ότι συγκατοικούμε με αυτά, ονειροπαρμένοι  βιβλιοφάγοι» της έλεγα και την άρπαζα από τη μέση γυρνώντας τηστον αέρα.
 Η Νατάσα ήθελε λίγο χώρο για ακουμπάει τα αγαπημένα της μυθιστορήματα αλλά το πάτωμα ήταν γεμάτο βιβλία και περιοδικά αρχιτεκτονικής. Ξόδευα όλο μου το χαρτζιλίκι σε αυτά καθώς ονειρευόμουν να γίνω αρχιτέκτονας,αν και είχα περάσει με την πρώτη στη σχολή φιλολογίας. Η φιλολογία ήταν όνειρο του πατέρα μου, καθώς ήταν και ο ίδιος φιλόλογος. Εγώ από μικρός ήθελα να κτίζω κάστρα. 
Την επόμενη χρονιά θα έδινα εξετάσεις και στην Αρχιτεκτονική και όταν θα έπαιρνα το πτυχίο μου θα έκτιζα ένα κάστρο να βάλω μέσα την βασίλισσά μου, τη Νατάσα.  «Βασίλισσά μου» της έλεγα όταν απλώναμε τα όνειρά μας για το μέλλον στο μικρό μας μπαλκονάκι τις ζεστές καλοκαιρινές νύχτες.
Ήμουν ερωτευμένος με το ομορφότερο κορίτσι του κόσμου και τίποτα δεν φαινόταν να μπορεί να χαλάσει την ευτυχία μας. Τα βράδια κάναμε παθιασμένο έρωτα και μετά ξαπλώναμε πάνω στις μεγάλες βελούδινες κόκκινες μαξιλάρες που ήταν απλωμένες στο πάτωμα και ακούγαμε τα αγαπημένα μας Cd μουσικής. Αγαπούσαμε και οι δυο μας την jazz και την κλασική μουσική. Ακούγαμε βέβαια και ροκ και πηγαίναμε κάθε Σαββατόβραδο για χορό και παρεούλα στο στέκι των φοιτητών, στην οδό Βαλαωρίτου.
Ήμασταν μαζί δύο χρόνια, όταν καβγαδίσαμε για πρώτη και τελευταία φορά. 
Ήταν Δεκέμβρης και είχε τσουχτερό κρύο. Τις προηγούμενες μέρες χιόνιζε και οι δρόμοι είχαν ένα απαλό στρώμα πάγου που την ημέρα αντανακλούσε το φως το οποίο διαθλώταν σε πολλά μικρά χρωματιστά σωματίδια που χόρευαν στον αέρα. Σάββατο βράδυ και είχαμε πάει στο αγαπημένο μας στέκι. Καθώς μπήκα μέσα είδα μια παρέα με κοπέλες. Ανάμεσά τους η Λητώ, μια όμορφη κοκκινομάλλα φοιτήτρια αρχιτεκτονικής, γειτονοπούλα μου στο εξοχικό μας στην Μήλο.  Χάρηκα πολύ που είδα τη Λητώ και αφού τη σύστησα στη Νατάσα έπιασα την κουβέντα μαζί της. Καιρό είχαμε να βρεθούμε και είχαμε να μοιραστούμε πολλά από το νησί μας. Περνούσα υπέροχα με τη συντροφιά της. Η Λητώ μού περιέγραφε πώς κατάφερε να αποδώσει το τοπίο της Μήλου σε έναν της πίνακα και η περιγραφή της με είχε συναρπάσει. Είχα απορροφηθεί τόσο από την αφήγηση που ξέχασα τηγλυκιά μου Νατάσα. Εκείνη με πλησίασε κάποια στιγμή και μου ζήτησε να φύγουμε. Εγώ δεν ήθελα να χάσω την παρέα της Λητώς και της είπα ότι θα μείνω και θα τησυνοδεύσω στο σπίτι της. Η Νατάσα θύμωσε και μου είπε πως φεύγει.
Όταν επέστρεψα στο διαμέρισμα, η Νατάσα κοιμόταν. Ξύπνησα νωρίς το πρωί αλλά η Νατάσα είχε ξυπνήσει νωρίτερα και μου είχε αφήσει ένα σημείωμα ότι θα πάει για λίγες μέρες στο χωριό των γονιών της, κάπου έξω από την Χαλκιδική.
Την πήρα πολλές φορές στο τηλέφωνο αλλά δεν απάντησε. Μετά από μια εβδομάδα μου τηλεφώνησε πως θ’ αργήσει να επιστρέψει,γιατί ο πατέρας της είχε αρρωστήσει και έπρεπε να μείνει κοντά στους δικούς της για λίγο καιρό.
 Ο καιρός περνούσε και εκείνη δεν επέστρεφε ούτε απαντούσε στα τηλεφωνήματά μου. Μια μέρα ήρθαν δυο φίλες της και μάζεψαν τα πράγματά της. Μου έδωσαν ένα γράμμα. Με ευχαριστούσε για όσα μοιραστήκαμε και μου ευχόταν να πραγματοποιήσω τα όνειρά μου. Σύντομα πέρασα στην Αρχιτεκτονική Αθηνών και ξενοίκιασα το διαμέρισμα. Την αναζήτησα μέσα από φίλους και γνωστούς. Κανένας δεν ήξερε τίποτα. Σαν να άνοιξε η γη και την κατάπιε.
Μετά από χρόνια συνάντησα τη φίλη της τη Μαίρη στην Αθήνα. Μου είπε πως η Νατάσα είχε γίνει μεταφράστρια και πως ζούσε στη Γαλλία. Εκεί είχε τιμηθεί με το βραβείο της λεγεώνας της τιμής.

Η καρδιά μου συνέχισε να χτυπάει σε ξέφρενο καλπασμό όταν πλησίασε εκείνη. Είχα να τη δω είκοσι ολόκληρα χρόνια. Δεν είχε αλλάξει σχεδόν καθόλου. Βρήκα τη δύναμη και της είπα «Γειά σου Νατάσα, είσαι πάντα όμορφη».
 Μου χαμογέλασε πλατιά: «Κι εσύ πάντα κομψός» είπε ενώ με κοίταζε έντονα. Η αλήθεια είναι ότι πρόσεχα πολύ την εμφάνισή μου. Αν και τα μαλλιά μου είχαν ασπρίσει, ήμουν σε καλή φυσική κατάσταση. Την ημέρα εκείνη φορούσα σουέτ καφέ σακάκι, τζιν πουκάμισο και τζιν ανοιχτόχρωμο παντελόνι. Η Νατάσα με κοίταζε με αυτό το βαθύ γλυκό βλέμμα που είχα ερωτευτεί με την πρώτη ματιά. Αφού τελειώσαμε με το τελετουργικό, ήπιαμε καφέ και συλλυπηθήκαμε την οικογένεια Μαρωνίτη,κανονίσαμε να πάμε να φάμε οι δυο μας. Είχαμε να βρεθούμε είκοσι ολόκληρα χρόνια!

«Λοιπόν Μάνο»,μού είπε, «πραγματοποίησες το όνειρό σου να γίνεις αρχιτέκτονας;» Εγώ ήμουν ακόμη σαν υπνωτισμένος. Ρουφούσα κάθε της βλέμμα και προσπαθούσα να κρατήσω όσες περισσότερες εικόνες της αποτυπωμένες στο μυαλό μου. Σαν να ήθελα να τη φυλακίσω στη σκέψη μου. 

«Τι έγινε;», γέλασε, «μη μου πεις πως ξέχασες ποιος είσαι;» Γέλασα αμήχανα κι εγώ. Μου άρεσε που ήταν πειραχτήρι. Τα μάτια μου καρφώθηκαν πάνω στα μακριά καλοσχηματισμένα της πόδια που τα άφηνε ακάλυπτα κάτω από μία αραχνοΰφαντη φούστα. 
«Ουάου» της έκανα. Γελάσαμε και οι δυο καθώς θυμηθήκαμε τη σκηνή με τη Ρίτα Χέιγουορθ και τον Φρεντ Αστέρ. Η Χέιγουορθ είχε εμφανιστεί με σορτσάκι και ο Αστέρ είχε αντιδράσει με το επιφώνημα. Από τότε ήταν το δικό μας πείραγμα, κάθε φορά που την έβλεπα να εμφανίζεται μπροστά μου αποκαλυπτική.

«Λοιπόν, Μάνο», διέκοψε την αναπόλησή μου,«δεν θα μου πεις για εσένα;» «Η αλήθεια είναι, Νατάσα, ότι δεν πιστεύω πως είσαι εδώ».
 «Ναι, έγινα ένας επιτυχημένος αρχιτέκτονας,αλλά το κάστρο που έκτισα είναι χωρίς βασιλοπούλα».
 «Θέλεις να πεις πως δεν παντρεύτηκες;» είπε έκπληκτη.
«Παντρεύτηκα τη βασίλισσα του Σαββά» είπα όλο μυστήριο.

 Η Νατάσα άνοιξε διάπλατα τα μεγάλα καστανά της μάτια. Της εξήγησα ότι πήγα στην Αιθιοπία να φωτογραφίσω τις αρχαιότητες και εγκλωβίστηκα στη γοητεία του θρύλου της βασίλισσας του Σαββά*. Της διηγήθηκα πώς ανακαλύψαμε με την αποστολή των αρχαιολόγων, την οποία είχα ακολουθήσει, το χρυσωρυχείο της βασίλισσας. Της αφηγήθηκα την συναρπαστική ιστορία της βασίλισσας του Σαββά. Της εξήγησα πως υπάρχει ένας θρύλος που κάνει λόγο για μυθικά πλούτη και πως γίνεται αναφορά του ονόματός της τόσο στη Βίβλο όσο και στο Κοράνι. Της διηγήθηκα με κάθε λεπτομέρεια.τις περιπέτειές μου στο υψίπεδο Gheralta.Η Αιθιοπία είναι μία χώρα γεμάτη εκπλήξεις και μοιάζει να ξεπηδάει από τις σελίδες ενός παραμυθιού. 
Η Νατάσα άκουγε γοητευμένη. Πότε πότε πετάριζαν τα βλέφαρά της. Το πετάρισμα των βλεφάρων της ήταν σημάδι πως περίμενε με αγωνία τη συνέχεια. Μείναμε μαζί περπατώντας δίπλα στη θάλασσα μέχρι το ξημέρωμα της επόμενης μέρας. Προσπαθούσαμε να χωρέσουμε όσα χρόνια ήμασταν μακριά μέσα σε λίγες ώρες. Μου είπε για τη Γαλλία, όπου ζούσε τα τελευταία χρόνια, κι εγώ για την Αιθιοπία. Τη ρώτησα για όσα έγιναν τότε, αλλά εκείνη απέφυγε να απαντήσει. «Μάνο μου, ας μη χαλάσουμε τη συνάντησή μας» μου είπε. Όπως έλεγε και η Σκάρλετ Ο’Χάρα στην αγαπημένη μας ταινία «Όσα παίρνει ο άνεμος» «After all... tomorrow is another day…». 
Το ξημέρωμα την πήγα να πάρει το αεροπλάνο για Θεσσαλονίκη. Τη φίλησα τρυφερά. Ήξερα πως δεν θα την ξαναδώ.


*Το βασίλειο, που εκτεινόταν στην σημερινή Αιθιοπία και την Υεμένη ήταν ισχυρό και άνθησε κυρίως χάρη στο εμπόριο με την Ιερουσαλήμ και τη Ρωμαϊκή αυτοκρατορία. Όσο για τη βασίλισσά του, παρ’ ότι ελάχιστα είναι γνωστά - έτσι ώστε να θεωρείται σήμερα περισσότερο ένα πρόσωπο μυθικό - η εικόνα της ενέπνευσε πολλαπλώς τους μεταγενέστερος, από το Μεσαίωνα και μετά.


Κυριακή, 4 Φεβρουαρίου 2018

Γιώργος Ξανθάκος " Πρόβες σε παλιό σπίτι"

Kees van Dongen

 (Dutch/French, 1877–1968)


Κάνεις λάθος. Τον γνωρίζω καλά και είναι και τα δυο. Σαν ποιητής και μαθηματικός μαζί, θα
         μπορούσε να σκεφτεί σωστά[…]
Edgar Allan Poe (Το κλεμμένο γράμμα)

Γύρισα και είδα τη φωνή της να περνάει το τζάμι, το δάχτυλό της να το χτυπάει σαν ράμφος πουλιού: « Ελάτε, πάμε.»
Ήτανε τυλιγμένη στο παλτό της, φορούσε έναν μικρό κομψό μπερέ και με κοίταζε ανυπόμονα. Έβαλα βιαστικά την καμπαρτίνα μου, έκλεισα το σπίτι, και μπήκα στο αυτοκίνητό μου. Ακολούθησα το δικό της. Σε μισή ώρα φτάσαμε, παρκάραμε και περπατήσαμε με τα πόδια, ώσπου είδαμε τη μεγάλη, σιδερένια πόρτα. Από πάνω, υπήρχε ένα τοξοτό υπέρθυρο, βαμμένο με κιτρινωπή ώχρα. Ξεκλείδωσε μ’ ένα μεγάλο κλειδί. Aνοίγοντας, η πόρτα έτριξε λίγο. Μπήκαμε σε μια μεγάλη αυλή, στρωμένη με λεπτό χαλίκι.
Ένα γύρο -κατά διαστήματα- υπήρχαν δέντρα και αναρριχητικά φυτά. Σε πολλά σημεία, οι σοβάδες είχαν πέσει, και φαίνονταν οι πέτρες της ψηλής μάντρας. Προς τη μεριά του κτηρίου, δύο δέντρα ένωναν ψηλά τα φυλλώματά τους, δημιουργώντας έναν φυσικό θόλο σκιάς. Από κάτω είχαν στρώσει  πάτωμα από σανίδια, που έφτανε μέχρι το σπίτι. Την κοίταξα απορημένος.
«Σας είπα, το σπίτι είναι πολύ παλιό. Του 1850. Το είχε ένας Άγγλος ευπατρίδης, φιλέλληνας. Ερχόταν μόνο καλοκαίρια, μα όταν γέρασε, έμεινε μόνιμα εδώ, ως τον θάνατό του. Είχε μεγάλο κύκλο, Έλληνες και ξένους πολιτικούς και λογοτέχνες. Έφτιαξε λοιπόν αυτή τη μικρή εξέδρα και οργάνωνε βραδιές ποίησης, θεάτρου και μουσικής. Μετά, ο παππούς μου, όταν το αγόρασε από τους κληρονόμους του Άγγλου, θέλησε να διατηρήσει την, κατά κάποιον τρόπο, παράδοση και συντηρούσε την εξέδρα για πολλά χρόνια. Λούστρο ξύλου ειδικό, αδιάβροχο, μουσαμάδες κάθε χειμώνα, και αντικατάσταση όσων σανίδων σάπιζαν.»   
Ρώτησα περισσότερα για τον παππού της. «Περίεργος τύπος», μου είπε. «Αρχιτέκτονας, λάτρης των Μαθηματικών, μα και της ποίησης! Μάλλον έγραφε ποιήματα, αλλά δεν τα εξέδωσε ποτέ.» Η γιαγιά της όμως ήταν γνωστή ζωγράφος! «Αλήθεια; Πώς την έλεγαν;» ρώτησα. «Άννα Μπελλή, το πατρικό της επίθετο», μου απάντησε.
Εκείνη τη στιγμή, δυνάμωσε λίγο ο βοριάς, είδα τα μάγουλά της να κοκκινίζουν ελαφρά. Σα να ρίγησε και τυλίχτηκε πιο σφιχτά με το παλτό της.
«Ελάτε, πάμε μέσα», της είπα. «Να μου δείξετε και το εσωτερικό».
Έριξα μια ματιά στον εξωτερικό τοίχο. Σκούρο ροζ χρώμα, τόπους τόπους ξεφτισμένο. Παράθυρα ψηλά, με πατζούρια, και τζάμια χωρισμένα με ξύλινα οριζόντια πηχάκια, σε τρία μέρη.
Δεν ξέρω πώς, αλλά ένιωσα πως έβρεχε, στο δέρμα του τοίχου κύλαγαν μικρά ρυάκια, το ροζ άλλαζε, αλλού γινότανε πιο σκούρο, αλλού πιο ξεφτισμένο, κι ήμαστε λέει εγώ κι εκείνη, κολλημένοι σ’ ένα σημείο, κάτω από ένα δέντρο, της άγγιζα το χέρι, ύστερα το άφηνα, εκείνη δάκρυζε, αναστέναζε μ’ έναν μικρό λυγμό –Μα τι; Χωρίζαμε;… «Όχι, πρόβα είναι» της έλεγα, «Μια πρόβα κάνουμε. Ηρέμησε».
…Είχε ανοίξει την πόρτα και με περίμενε, με κοίταζε. Όταν πήγα κοντά της, περίεργο, ένιωσα σα να είχε καταλάβει, σαν… κάπως…, να μας είχε «δει» κι εκείνη. Σάρκασα τον εαυτό μου. Έβαλα τα χέρια στις τσέπες της καμπαρντίνας μου και τεντώθηκα ελαφρά, να συνέλθω.
Το σπίτι στο ισόγειο είχε ένα μεγάλο σαλόνι, κουζίνα και τρία άνετα δωμάτια. Επιπλωμένο με αποικιακό στυλ, πολυθρόνες ξύλινες με δέρμα, άλλες ντυμένες με ύφασμα, σαν ταπετσαρία, τραπέζια μεγάλα, ένα οβάλ, ένα ορθογώνιο, κι άλλα πιο μικρά, σαλονιού. Οι τοίχοι ήταν σχεδόν όλοι καλυμμένοι με βιβλιοθήκες, εκτός από δύο, όπου ήταν κρεμασμένοι πίνακες της Μπελλή. Τράβηξε την προσοχή μου ένας που μου φάνηκε πολύ παράξενος. Θάλασσα ταραγμένη, ο ουρανός χαμηλός, σκοτεινιασμένος, κι εκεί που έσκαγαν τα κύματα, μέσα στο νερό, έβλεπες μισοβυθισμένους σταυρούς, σαν να επρόκειτο για θαλασσινό νεκροταφείο!
Κατάλαβε πού κοίταζα, χαμογέλασε. Η γιαγιά της είχε ζήσει κάποια χρόνια στην Αμερική, μου είπε, τη φιλοξενούσε ένας θείος της για να σπουδάσει ζωγραφική. Εκεί είχε δει τέτοιες θάλασσες. Κι όσο για τους σταυρούς, «Πρόβες για το μέλλον, εγγονή μου», της έλεγε, «πρόβες για τον θάνατο καραβιών».
Με κοίταξε με ένταση. Δεν άντεξα το βλέμμα της, γύρισα το δικό μου στα βιβλία. Παρατήρησα πως απάνω –ισόγειο και πρώτο είχε το σπίτι– ένα πάτωμα φαρδύ, περίπου τρία μέτρα, τύλιγε όλον τον όροφο και στη μέση υπήρχε κενό, κάτι σαν αίθριο, ώστε από κάτω έβλεπες σχεδόν ό,τι υπήρχε. Κι απάνω, η ίδια λογική, βιβλιοθήκες, μια μεγάλη δισκοθήκη με βινύλια, σιντοθήκες κι ένα στερεοφωνικό. Δυο μεγάλοι καθρέφτες με χοντρές μεταλλικές κορνίζες σκαλισμένες, η μία οβάλ, η άλλη τετράγωνη.  
Μέσα στο σπίτι, απουσίαζε εντελώς η αίσθηση της φθοράς που υπήρχε στο εξωτερικό του. Εδώ όλα ήταν σφριγηλά, καλοσυντηρημένα.
«Να σου φτιάξω καφέ;» ρώτησε και αμέσως: «Νομίζω να μιλάμε στον ενικό πια, συμφωνείς;». Μου φάνηκε τελείως συνεπής εξέλιξη, αν κι άμα το καλοκοίταζες, σαν τι είχε συμβεί δηλαδή μεταξύ μας και θα μπορούσαμε πλέον να νιώθουμε «πιο κοντά»; Όμως… έτσι ένιωθα.
Άναψε το φως του σαλονιού και μετά της κουζίνας. Έβγαλε το παλτό της και τον μπερέ. Έβγαλα κι εγώ την καμπαρντίνα. Σε λίγο, είχαμε καθίσει κοντά σ’ ένα παράθυρο, κοιτάζαμε έξω το βαθύ σούρουπο κι αναπνέαμε το ζεστό άρωμα του καφέ. Σωπαίναμε.
Πέρασε λίγη ώρα. Όσο την είχα δίπλα μου, ένιωθα ένα ρυάκι να γίνεται ολοένα ποταμός: «Άσε με να μαντέψω», είπα. «Η γιαγιά σου πέθανε σχετικά νέα, ο παππούς σου το ’ριξε στο ποτό, σιγά σιγά έγινε αλκοολικός και μετά από κάποια χρόνια, πέθανε κι αυτός. Ύστερα πήρανε το σπίτι οι γονείς σου, που μέχρι τώρα τα κατάφερναν να το συντηρούνε, αλλά δεν φτάνει το εισόδημά τους, μετά την οικονομική κρίση. Και προσφέρθηκες εσύ να βρεις κάποιον να το νοικιάσει ή και να το αγοράσει, αν ήθελε. Σωστά;»
«Ε, καλά, τα τελευταία σχεδόν σου τα έχω πει μόνη μου», γέλασε. «Αλλά… για τον παππού…  τη γιαγιά μου…» –σώπασε  απότομα. Σα να ένιωσε πάλι, όπως λίγο πριν, με τις «πρόβες».
«Έλα να σε πάω κι απάνω», είπε. Ανεβήκαμε. Περιεργαζόμουνα μαζί της τον χώρο, τα βιβλία, αλλά τα μάτια μου, δυο θολά τζάμια. Κάτι αργό απλωνότανε στο αίμα μου. Μαγικό, λες.
Όταν πέρασα μπρος από τον οβάλ καθρέφτη, στάθηκε πίσω μου και λίγο πλάι. Τα πρόσωπά μας, σα να διαχέονταν, το ένα μέσα στο άλλο.
Έφυγε γρήγορα. «Θα σου δείξω κάτι», μου είπε. «Ξέρω πως θα σ’ ενδιαφέρει». Άνοιξε ένα μικρό συρτάρι κι έβγαλε έναν φάκελο. «Από τον Άγγλο, τον πρώτο ιδιοκτήτη. Το βρήκε και το αγόρασε στην Αμερική. Χειρόγραφο πολύτιμο, που το φυλάμε από γενιά σε γενιά.» Μου ’δωσε να διαβάσω ένα παμπάλαιο χαρτί. Τα χέρια μου άρχισαν να τρέμουν.   
Ήρθε πολύ κοντά μου. Το κεφάλι της σχεδόν ακούμπησε στο δικό μου. «Είσαι ο δέκατος που βλέπει το σπίτι», είπε. «Αλλά ο μόνος που διάβασε αυτό το χαρτί.
Σε ξέρω. Σπίτι παλιό… Παλιά ψυχή, σαν τον παππού. Ίδιες αγάπες. Εγώ, απ’ το σόι της γιαγιάς. Όχι με τη δική τους μοίρα. Τη δική μας δεν την ξέρω… Κι οι πρόβες δεν αποδίδουν. Σχεδόν τίποτα.»
Κάρφωσε το βλέμμα της στο μέτωπό μου. «Χρόνια περίμενα. Εσένα μόνο. Το ξέρεις. Θα μείνεις εδώ, μαζί μου!»
…Σ’ έσφιξα πάνω μου. Σε είδα ξαφνικά γυμνή, να χορεύεις με βήματα απαλά, στο ξύλινο πάτωμα. Σαν ποίηση. Τα πόδια σου, γεμάτα άμμο και μικρά κοχύλια. Αίμα βελούδινη φωτιά. Καταρράχτης. «Πρόβα θανάτου», σκέφτηκα, κι έκλεισα τα μάτια.
«Με ονειρεύεσαι!» ψιθύρισες στ’ αυτί μου, «Με ονειρεύεσαι, ε;!».




Mario Andrea Rigoni "Γωνιακό τραπεζάκι"


Room in New York, 1932 by Edward Hopper


Κάθονταν σ’ ένα γωνιακό τραπεζάκι, στο ημίφως του φθινοπωρινού λυκόφωτος. Έξω άρχιζε να φυσάει. Μερικά φύλλα έπεφταν πάνω στα τζάμια.
    «Θα βρέξει» είπε αυτή. «Μπρρρ».
    «Μα δεν κάνει ακόμα κρύο» παρατήρησε εκείνος.
    «Εγώ το νιώθω».
    «Δεν αισθάνεσαι καλά;».
    «Όχι».
    «Θα είναι η υγρασία».
    «Ίσως».
    Το γκαρσόνι πλησίασε. Ήταν ένας τύπος ψηλός και χοντρός, μεσήλικας, με δυο πονηρά λεπτά μουστάκια άλλης εποχής. Ρώτησε τι ήθελαν, με το ένα φρύδι σηκωμένο.
    «Ένα Καμπάρι σόδα με νερό».
    «Ένα τσάι με γάλα».
    Το γκαρσόνι έφυγε χωρίς να τους χάσει από το βλέμμα του.
    Ο άνδρας χάιδεψε το πηγούνι του. Μετά έβγαλε έναν αναστεναγμό.
    «Δεν σε καταλαβαίνω» είπε.
    «Ποτέ δεν με κατάλαβες».
    «Κανείς δεν καταλαβαίνει τίποτα από κανέναν, στην πραγματικότητα».
    «Είναι ανώφελο να φιλοσοφείς».
    «Όντως. Είναι πάντα η ίδια συνηθισμένη ιστορία».
    «Και λοιπόν;».
    «Θες να ξαναρχίσεις;».
    «Δεν θέλω τίποτα. Απλώς είμαι απογοητευμένη».
    Το γκαρσόνι γύρισε με το Καμπάρι, ένα μπουκαλάκι μεταλλικό νερό και το τσάι. Πήρε από τον δίσκο κι ένα μπολάκι με φιστίκια, το οποίο τοποθέτησε στο τραπέζι, παρατηρώντας έντονα τη γυναίκα.   
    «Τι ηλίθιος» είπε εκείνη, μόλις έφυγε.
    «Γιατί;».
    «Τίποτα».
    «Τον γνωρίζεις;».
    «Δεν τον έχω δει ποτέ».
    Όταν αντιλήφθηκε, ο άνδρας είπε: «Είσαι όμορφη. Δεν θα ’πρεπε να εκπλήσσεσαι».
    «Παραμένει ένας ηλίθιος».
    «Δεν θα τον έλεγα συμπαθητικό, για να πω την αλήθεια. Έχει κάτι το ύποπτο».
    «Προσπαθούσε να με φλερτάρει. Δεν σ’ ενοχλεί;».
    «Δεν το συνειδητοποίησα. Γενικά δεν ζηλεύω. Βέβαια, δεν μπορώ ούτε να φανταστώ ότι δίνεις σημασία σ’ έναν τύπο σαν κι αυτόν».
    «Μα δεν πρόκειται για μένα, πρόκειται για σένα».
    «Σου είπα ότι δεν το συνειδητοποίησα».
    «Έχεις πάντα μια υπεκφυγή: ή τη θεωρία ή την αφηρημάδα».
    «Λυπάμαι, μάλιστα στενοχωριέμαι».
    «Θα ’πρεπε να το δείξεις».
    «Δεν αρκεί που το λέω;».
    «Όχι».
    Τώρα η βροχή, άφθονη, χαράκωνε τα τζάμια. Εκείνη ανατρίχιασε ξανά.
    «Θες να πηγαίνουμε;» είπε ο άνδρας.
    «Μ’ αυτά τα συμπεράσματα; Αν προσπαθούσες μόνο λιγάκι…».
    «Μα είμαι έτοιμος να κάνω οτιδήποτε για σένα!».
    Το γκαρσόνι επέστρεψε διακόπτοντας τη συζήτηση για να ρωτήσει αν ήθελαν κάτι άλλο. Αυτή τη φορά ο άνδρας παρακολούθησε προσεκτικά τις χειρονομίες του, μα δεν εντόπισε τίποτα, εκτός από εκείνο το συνένοχο και συνάμα ιεροεξεταστικό ύφος. Τι έπρεπε να είχε κάνει;
    «Έχω πολλές αμφιβολίες εν προκειμένω» είπε αυτή.
    «Δεν με θεωρείς ειλικρινή;»
    «Δεν αμφέβαλα ποτέ γι’ αυτό».
    «Τότε λοιπόν;».
    «Η ειλικρίνεια δεν αρκεί!» είπε η γυναίκα, υψώνοντας τον τόνο της φωνής της. «Είναι μια αρετή, αλλά δεν αρκεί. Ακόμη κι ένας εγκληματίας μπορεί να είναι ειλικρινής».
    «Δεν είναι καν η περίπτωσή μου!».
    «Σίγουρα όχι! Μα θα σταματήσεις να γυρίζεις γύρω-γύρω από το θέμα; Γιατί για μια φορά δεν συμμερίζεσαι τα όνειρά μου;». 
    «Σσσς… Δεν θα θες να μας ακούσει ώς και το γκαρσόνι».
    Το γκαρσόνι ήταν πράγματι στραμμένο προς εκείνους, παρατηρώντας ξανά τη γυναίκα με αδιακρισία.
    «Δεν μ’ ενδιαφέρει ούτε το γκαρσόνι ούτε κανένας. Μ’ ενδιαφέρεις εσύ, καλύτερα να πω μ’ ενδιέφερες» είπε με ύφος που έγινε συγκρατημένο και περίλυπο. «Θα ήθελα όλα να ξαναγίνονταν όπως πριν».  
    «Δεν μπορείς να με αποδεχτείς όπως είμαι; Αυτό θα ήταν, στο βάθος, η αγάπη».
    Αυτή σιώπησε.
    Ο άνδρας αναστέναξε πάλι. Έπειτα ακούμπησε το μάγουλο στην κλειστή γροθιά του.
    «Έσφαλα, το ξέρω» παραδέχτηκε.
    «Αυτό δεν θα ήταν τίποτα. Είναι ότι θα το έκανες ξανά και ξανά!».
    «Μα…».
    «Γνωρίζεις τον μύθο του βατράχου και…».
    «…Του σκορπιού; Εκείνον τον περίφημο που ο Orson Welles…;».
    «Ακριβώς. Δυστυχώς έχει την ίδια ηλικία με τον κόσμο».
    «Επομένως; Θα ήσουν ένας σκορπιός; Που ενώ διασχίζει το ποτάμι…».
    «Δεν ξέρω. Μα ποιος μπορεί να ελπίζει πως δεν θα υποκύψει αργά ή γρήγορα στην ίδια του τη φύση;».
    Σηκώθηκε, έδωσε στον άνδρα ένα φιλί στο μέτωπο κι έφυγε, με σκυφτό το κεφάλι, ενώ χανόταν μες στην παράξενη, ομιχλώδη νύχτα.


Μετάφραση: Μαρία Φραγκούλη
Ο Mario Andrea Rigoni γεννήθηκε στο Asiago το 1948. Είναι καθηγητής ιταλικής φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο της Padova, ένας από τους πιο γνωστούς μελετητές του Giacomo Leopardi (έχει επιμεληθεί την πιο πρόσφατη κριτική έκδοση των απάντων του στη σειρά “i Meridiani” του Mondadori). Επίσημος μεταφραστής του Cioran στην Ιταλία, διατήρησε επί πολλά χρόνια φιλία με τον συγγραφέα, μεταφράζοντάς τον και διαδίδοντας τη σκέψη του. Ήταν ο πρώτος στην Ιταλία που παρουσίασε και δημοσίευσε πολλά κείμενα του Cioran στην Corriere della Sera, ενώ διηύθυνε τη μετάφραση των έργων του για τον γνωστό εκδοτικό οίκο Adelphi. Έχει γράψει δοκίμια, βιβλία με αφορισμούς και συλλογές διηγημάτων, και αρθρογραφεί στο πολιτιστικό ένθετο της Corriere della Sera. Το διήγημα που παρουσιάζεται προέρχεται από το τελευταίο του βιβλίο με τίτλο Miraggi (Elliot edizioni, Roma 2017).


Η Μαρία Φραγκούλη (Σάμος, 1980) σπούδασε Αρχαιολογία και Ιστορία της Τέχνης στην Αθήνα. Έζησε και εργάστηκε στο Μιλάνο. Σήμερα ζει στην Αθήνα και ασχολείται με τη μετάφραση και την επιμέλεια εκδόσεων.  

Τετάρτη, 24 Ιανουαρίου 2018

Μια ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ Του ΚΑΒΑΦΗ

της Νότας Χρυσίνα

επιβλέπων καθηγητής:
Κωνσταντίνος Παλαιολόγος



Α) Ποιήματα βασισμένα στα μορφικά χαρακτηριστικά του έργου του ποιητή Κωνσταντίνου Καβάφη


Ιδανικές μνήμες κι αγαπημένες     

Iδανικές κι αγαπημένες μνήμες
γυρίζουν στο μυαλό ή επιστρέφουν
κρυφά μες στ’ όνειρό μας∙ ξαφνικά
οι μνήμες ξεπροβάλλουν
καθώς βουτάμε μια μαντλέν στο τσάι,
τον χρόνο αναζητώντας
που’ ναι αιώνια παρών.


Γλυκές μα ξεχασμένες τώρα μνήμες
τυραννικά το φως ανάβουν
 μέσα στην κάμαρά μας∙ και μας κοιτάζουν
- Όσο περνούν  τα χρόνια πιο τυραννικά-
μια δεύτερη ζωή ζητούν. Γυρνούν
πιστό σκυλί στ’ αφεντικό του.

Αγαπημένες μνήμες.
(Αν τυχερός σταθείς γυρνούν
μες στο μυαλό οι μνήμες σαν τους το ζητάς)

Και σαν θελήσεις, γέρος πια, μ’ αυτές θα κτίσεις τείχη,
ανεπαισθήτως, κλείνοντας απέξω τη ζωή.  



Η πόλη η πλανεύτρα

Αυτή η πόλη η πλανεύτρα, η Αλεξάνδρεια
τον ποιητή Καβάφη, η ξελογιάστρα μάγεψε.
Μάγεψε και τον Πάρη απ’ την Σπάρτη
που τ’ ακριβά θεάματα του άρεσαν, κι ήταν
επιρρεπής στις ηδονές∙ 
- προπάντων,  τ’ άρεσαν τα ηδονικά κορμιά.

Όλα τα χρήματά του ξόδεψε:
σ’ αυτή την πόλη τη μοιραία, με
 τον δαπανηρό της βίο∙
(Κοστίζει το γλυκό ποτό της ηδονής).

Μα ήταν δεν ήταν δεκαοχτώ χρονών
τα μάτια του μαβιά∙ σαν  έσβηνε η λάμπα,
παραδίνονταν ο Πάρης στην ηδονή.

Α αυτή η εξαίσια ηδονή στην πόλη την πλανεύτρα.

Πάντα σ’ αυτόν επέστρεφε, κι ας πάσχιζε
να μην ακούσει τις σειρήνες του κορμιού∙
τον όρκο του ποτέ δεν κράτησε
-τον τυραννούσε, το πάθος το ερωτικό -
σαν έμπαινε στην κάμαρή του
η εκλεκτή συγκίνηση, τα μέλη του έ λ υ ν ε∙ 
ξεχνούσε τότε λογική και τα χρηστά τα ήθη
(η κοινωνία της Σπάρτης τα ήθη π ο λ ύ σεβότανε). 
Σαν μεθυσμένος τριγυρνούσε στο σοκάκι,
ώσπου να μπει στην κάμαρη ξανά,
-εκεί το μυαλό του άφησε,
στην πόλη τη μοιραία τη ξελογιάστρα,
                                    -κι όλα του τα λεφτά.





Επίσκεψις Απολλωνίου σε Ινδούς Βραχμάνες

Τον βίο του περιπλανώμενου σοφού παρήγγειλε
 η Ιουλία Δόμνα η αυτοκράτειρα,
στον σοφιστή Φιλόστρατο,
- του κύκλου της ήτανε βλέπεις μέλος.
Κι ο σοφιστής συνέγραψεν τον «βίο του Απολλώνιου», 
χωρίς ολιγωρία.  Ο σοφιστής Φιλόστρατος
από διηγήσεις ήξερε καλά
–πόσω μάλλον τερατικές.

Καθώς περιπλανιόταν ο σοφός ο Απολλώνιος
-ως λένε οι πηγές- έφτασε στις Ινδίες,
κι εκεί είδε τους Ινδούς Βαχμάνες:
«να κατοικούν στη γη χωρίς να είναι πάνω της,
και περιτειχισμένους, χωρίς να έχουν τείχη,
 χωρίς να έχουν τίποτα, να έχουνε τα πάντα».
Ο Απολλώνιος θα είχε κατά νου,
κάτι σαφώς βαθύτερο, σαν έγραψεν αυτά.

Κι ο Φιλόστρατος με περισσή σπουδή
συνέγραψεν τον βίο, αφού όλες τις πηγές μελέτησε.
 Στην Ιουλία Δόμνα, πήγε πετώντας
-όπως οι Ινδοί Βαχμάνες.




Σαν ήρθε η μεγάλη μέρα

Σαν ήρθε η μέρα για το μεγάλο Ναι ή το μεγάλο Όχι∙
ο ποιητής Φερνάζης είπε Ναι – έτοιμο το είχε-
και με την πίστη ακλόνητη την Τέχνη υπηρετούσε.
Όχι να πει; Χωρίς δουλειά να μείνει;
Θα έγραφε κι εγκώμια κι επαίνους, κι ελληνικά
και αραβικά και τουρκικά
 (αυτή είναι η δουλειά των αυλικών του βασιλιά)
να επαινούν τον βασιλιά σε χίλιες δύο γλώσσες.

Τη γλώσσα να μην βγάζουν και να λένε Όχι.
Πληρώνονται τα εγκώμια καλά.
Κι αν πεις για τους επαίνους τα διπλά.

Σαν ήρθε η μέρα για το μεγάλο Ναι, Όχι δεν είπε.
Μα στ’ όνειρό του αυτό το Όχι…
επέστρεφε και έπαιρνε εκδίκηση.
-Τον φώναζε προδότη.
Ο ποιητής φριχτά το πλήρωσε  το Ναι.
Για να μην πεινάσει.

Κι είπε ο ποιητής Φερνάζης Ναι – μα η ποίηση
τον άφησε χωρίς ανταμοιβή,
χωρίς εγκώμια, έμεινε τ’ όνομά του.



Εν Εσπερία

Ο ποιητής Καβάφης την τέχνη την ποιητική
διδάχτηκε στην  Εσπερία.                 Ο νους του συγκρατούσε
το πλούσιο       συναίσθημα.                                Στις ηδονές κρυφά
έκαμε προσευχή,                                   οι ηδονές κι η Αλεξάνδρεια
τον όρισαν δικό τους ιερέα.




Β) Περιγραφή   μορφικών επιλογών των ποιημάτων και συσχετισμός με το περιεχόμενό του

Προσπάθησα, με συνεχείς διορθώσεις, να κρατήσω τον ρυθμικό συντελεστή, ο οποίος προσιδιάζει στην πλειονότητα των αναγνωρισμένων ποιημάτων του Καβάφη.
 Επιχείρησα να συνθέσω ποιήματα σε ελευθερωμένο στίχο, ο οποίος είναι έμμετρος αλλά ανισοσύλλαβος . (6 έως και 17 συλλαβές)   , σε ιαμβικό ζυγοτόνιστο ρυθμό, ο οποίος χαρακτηρίζει τα ποιήματα του Καβάφη.  Ωστόσο, όπου υπάρχει ένα είδος μορφικής ατημελησίας υπαγορεύτηκε από λόγους έμφασης , παραστατικότητας  ή σημασιολογικής έξαρσης.  
Έγραψα τα ποιήματα σε ποικίλες στροφικές μορφές και σε ελεύθερες ανισόστιχες ενότητες. Έκανα χρήση συχνών διασκελισμών προσπαθώντας να δημιουργήσω ένταση ανάμεσα στο γλωσσικο-νοηματικό και το μετρικό σύστημα.  Άλλοτε ο διασκελισμός, ο οποίος δίνει την αίσθηση ενός λόγου εν μέρει πεζού και εν μέρει έμμετρου, με βοήθησε στη δημιουργία έμφασης ή παράτασης της συγκίνησης. 
Προσπάθησα να διατηρήσω το ιαμβικό μέτρο και να φροντίσω την εσωτερική οργάνωση των ποιημάτων με συνιζήσεις, χασμωδίες, εσωτερικές παύσεις  και τομές.    Τις παύσεις τις πέτυχα με ισχυρή στίξη παράδειγμα τελείες, άνω τελείες, παύλες, κόμμα, εκτεταμένα κενά  και πολλαπλό διάστιχο όπως προανέφερα.  Ακόμη πέτυχα μέσω αυτών τη ροή της αποσπασματικής σκέψης.
 Έδωσα έμφαση σπάζοντας τον ρυθμό με παρενθέσεις και μεταφέροντας έναν ειρωνικό τόνο, χαρακτηριστικό της ποίησης του Καβάφη. 
Επιχείρησα να γράψω με ρεαλιστικό ύφος.  Μιμήθηκα καταλήξεις καθαρεύουσας   και χρησιμοποίησα λέξεις τις οποίες τόνισα τυπογραφικά. 
Προσπάθησα να εστιάσω σε θέματα ή σύμβολα  (συμβολιστική περίοδος) που ο ποιητής επανέφερε στα ποιήματά του όπως η πόλη, η αντίληψη της σχετικότητας της ηθικής, η ποιητική τέχνη, η κάμαρη, η λάμπα, η ηδονή, η μνήμη.  Η ποιητική του Καβάφη στην ωριμότητά της εκφράστηκε μέσα από τον ρεαλισμό και τον μοντερνισμό.  Τα ποιήματα που έγραψα ανήκουν στους τρεις κύκλους των θεμάτων που απασχόλησαν τον ποιητή: τα ερωτικά,  τα ιστορικά  και τα φιλοσοφικά. 

Βιβλιογραφία

Beaton Roderick, Εισαγωγή στη νεότερη ελληνική λογοτεχνία. Ποίηση και Πεζογραφία, 1821-1992, μτφ. Ευαγγελία Ζουργού-Μαριάννα Σπανάκη, εκδόσεις Νεφέλη, Αθήνα 1996

Γαραντούδης, Ευρ. (2003). «Η διάρκεια της καβαφικής ποίησης: ο ρυθμικός συντελεστής». Το Δέντρο, τχ. 125-126, Απρίλιος-Ιούνιος 2003

Kατσιγιάννη  Α., «Mορφικές μεταρρυθμίσεις στην ελληνική ποίηση του τέλους του 19ου και των αρχών του 20ου αιώνα (Συνοπτικό διάγραμμα)» (περιοδικό Παλίμψηστον), 1987 τχ. 5

Κωστίου, Κ. «Η Ποίηση του Κ.Π. Καβάφη» στο Λάμπρος Βαρελάς κ.ά.. (επιμ.) (2008). Γράμματα ΙΙ. Νεοελληνική Φιλολογία (19ος και 20ός αιώνας), εκδόσεις ΕΑΠ., Πάτρα, 2008

Παπάζογλου Χρήστος, ΜΕΤΡΙΚΗ και ΑΦΗΓΗΣΗ, Για μια συστηματική μετρική και ρυθμική ανάλυση των καβαφικών ποιημάτων, εκδόσεις ΜΙΕΤ, Αθήνα 2012

Πολίτης Λίνος, Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας, ΜΙΕΤ, Αθήνα, 2003